Skip to main content
Skip to main content

Monument Type: Μνημείο

Βυζαντινό Λουτρό

Το Βυζαντινό Λουτρό βρίσκεται στην περιοχή Κουλέ Καφέ στις παρυφές της Άνω Πόλης, βορείως της βυζαντινής κιστέρνας της οδού Ολυμπιάδος. Το κτίσμα, που βάσει αρχιτεκτονικών, τυπολογικών και μορφολογικών, στοιχείων και δομικών χαρακτηριστικών, δύναται να χρονολογηθεί στο β΄ μισό του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα, λειτουργούσε ως λουτρό έως το 1940, με πολυάριθμες διαχρονικά επεμβάσεις για την προσαρμογή του στις λουτρικές συνήθειες των κοινωνιών διαφορετικών περιόδων. Παρά τις πολυάριθμες επεμβάσεις που υπέστη κατά τη διάρκεια των οκτώ και πλέον αιώνων λειτουργίας του, το μνημείο, διατηρεί την τυπική τριμερή διάταξη των βυζαντινών λουτρών, με ένα προθάλαμο που θα λειτουργούσε ως αποδυτήριο, δύο διμερείς υπόκαυστους χώρους, τον χλιαρό (χλιαροψύχριον) και τον θερμό (θερμολουτήριον), και υδατοδεξαμενή.
Το μνημείο (κηρυγμένο από το 1952) αποτελεί το μεγαλύτερο και πληρέστερα σωζόμενο βυζαντινό λουτρό από τα λιγοστά που διατηρήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο, και το μοναδικό που διασώθηκε από τα πολυάριθμα λουτρά της Θεσσαλονίκης που αναφέρονται σε βυζαντινά κείμενα. Μετά την αποκατάστασή του χρησιμοποιείται σήμερα και ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.
Το βυζαντινό λουτρό της Άνω Πόλης συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Χαμζά Μπέη Τζαμί (Αλκαζάρ)

Στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου βρίσκεται το Χαμζά Μπέη τζαμί, γνωστό και ως «Αλκαζάρ», λόγω της λειτουργίας εκεί του ομώνυμου κινηματογράφου για μεγάλο τμήμα του 20ου αι. Πρόκειται για τον παλαιότερο σωζόμενο ισλαμικό χώρο λατρείας που κτίστηκε στην πόλη.
Το τέμενος του Χαμζά Μπέη σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή ιδρύθηκε το 1467/8 ως μεστζίτ με τρουλαία αίθουσα προσευχής και προστώο, ρεβάκ, στη βορειοδυτική όψη. Στα μέσα του 16ου αιώνα μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη περιστώου και μιναρέ. Στα τέλη του 16ου αιώνα, συγχρόνως με την αναδιάρθρωση της κιονοστοιχίας και την ανακατασκευή της ανωδομής του περιστώου, προστέθηκε στα δυτικά τρίπλευρη στοά, η οποία σε συνδυασμό με τη βορειοδυτική πτέρυγα του περιστώου δημιούργησε τετράπλευρο αίθριο, το μοναδικό του είδους σε τζαμί του βαλκανικού χώρου με εξαίρεση σουλτανικά καθιδρύματα στην Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη. Με εξαίρεση τα οθωμανικά κιονόκρανα της δυτικής στοάς του αιθρίου, τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του περιστυλίου είναι σπόλια της ύστερης αρχαιότητας και των βυζαντινών χρόνων.
Η επόμενη φάση του μνημείου που αναφέρεται σε επιγραφή του 1618/9 σχετίζεται με επισκευές στην ανωδομή και επιδιόρθωση των ανοιγμάτων του. Οι επεμβάσεις συνεχίστηκαν έως τις αρχές του 20ου αι. ενόσω το μνημείο λειτουργούσε ως μουσουλμανικό τέμενος, οπότε και στεγάστηκε το αίθριο με κεραμοσκεπή επί μεταλλικού σκελετού. Μετά το 1923 εντάχθηκε στα ανταλλάξιμα και περιήλθε σε ιδιώτη το 1928. Από το 1928 έως το 2006, όταν το μνημείο περιήλθε πλέον στην κυριότητα του Υπουργείου Πολιτισμού, λειτουργούσε ως εμπορικό κέντρο και κινηματογράφος έχοντας υποστεί εκτεταμένες επεμβάσεις που το κατέστησαν σχεδόν αγνώριστο. Η σύγχρονη παθολογία του μνημείου οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και επιβαρύνθηκε από τον σεισμό του 1978 αλλά και αργότερα. Από το 2007 και εξής ξεκίνησαν ποικίλες εργασίες τεκμηρίωσης, στερέωσης, αποκατάστασης και προστασίας του μνημείου. Το έργο της αποκατάστασης του μνημείου έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και βρίσκεται σε εξέλιξη.