Skip to main content
Skip to main content

Monument Type: Μνημείο

Στήλη των όφεων

«Μάρμαρο του Φιδιού» ή «Στήλη των Όφεων» («Yilan Mermer»). Βάση μνημείου αποτελούμενη από μονολιθικό πεσσό σε βαθμιδωτή κρηπίδα.
Ο πεσσός, ύψους 3,50μ. και με πλάτος πλευράς 0,95μ., είναι τοποθετημένος πάνω σε βαθμιδωτή κρηπίδα αποτελούμενη από έξι βαθμίδες οι λιθόπλινθοι των οποίων είναι κατασκευασμένες από λαξευμένους λίθους. Η θεμελίωση του μνημείου, αμέσως κάτω από την κατώτερη έκτη βαθμίδα, ήταν κατασκευασμένη από ισχυρό λιθόδεμα. Το συνολικό ύψος της κατασκευής (χωρίς τη θεμελίωση) είναι 5,80μ.
Ο πεσσός εδράζεται σε συμφυή πλίνθο με ανάγλυφη διακόσμηση από σπείρα, κοίλο κυμάτιο, προεξέχουσα και εισέχουσα ταινία. Οι όψεις του είναι διακοσμημένες με ορθογώνιο πλαίσιο από κυμάτιο, ενώ η επίστεψή του φέρει αντίστοιχα ανάγλυφη διακόσμηση από ταινία, κυματιοφόρο γείσο με οδόντες και υψηλό κοίλο κυμάτιο. Στην άνω επιφάνειά του φέρει πλίνθο όπου εδράζεται βάση κίονα διαμέτρου περίπου 0,80μ. Το ύψος του κορμού του κίονα υπολογίζεται στα 6,50μ. και το συνολικό ύψος του μνημείου στα 13,00μ.
Σύμφωνα με τη Στεφανίδου-Τιβερίου, ο κίονας αποτελούσε βάση ελεύθερα στημένου αυτοκρατορικού ανδριάντα της περιόδου μεταξύ του 4ου και του 6ου αι. μ.Χ. Αυτού του τύπου τα τιμητικά μνημεία είναι γνωστά από την Κωνσταντινούπολη και άλλες πόλεις της ανατολικής αυτοκρατορίας, για την ίδρυση των οποίων επιλέγονταν συνήθως κομβικά σημεία. Το μνημείο είναι γνωστό ως «Μάρμαρο του Φιδιού» ή «Στήλη των Όφεων» κατά την τουρκοκρατία («Yilan Mermer» όπως και η ομώνυμη πλατεία), ονομασία που πιθανότατα σχετίζεται με λαϊκή δοξασία σύμφωνα με την οποία κάποιος δαίμονας με μορφή φιδιού κατοικούσε σε τέτοιου είδους μνημεία στα οποία προσδίδεται απειλητικός χαρακτήρας ή προστατευτικές – αποτροπαϊκές δυνάμεις.
Στην αρχαιότητα το μνημείο ήταν περίοπτο και στημένο σε σχέση με τον δεύτερο σπουδαιότερο αρχαίο οδικό άξονα της πόλης μεταξύ της Ληταίας και της Νέας Χρυσής Πύλης (σημερινή οδός Αγίου Δημητρίου), στη διασταύρωση με την κάθετη οδό της σημερινής οδού Αντιγονιδών, ενταγμένο ίσως σε μία πλατεία. Σταδιακά και με την άνοδο της στάθμης του αρχαίου δρόμου η κρηπίδα του καταχώθηκε. Το 1975 στο πλαίσιο των εργασιών για τη διαπλάτυνση της οδού Αγίου Δημητρίου το μνημείο μετακινήθηκε κατά 5,50μ. προς Βορρά επί του νέου πεζοδρομίου της σύγχρονης οδού. Η βαθμιδωτή κρηπίδα του δεν είναι ορατή, καθώς τοποθετήθηκε με την ανώτερη βαθμίδα της στο ίδιο επίπεδο με τη στάθμη του πεζοδρομίου.

Άγιοι Απόστολοι

Ο ναός των Αγίων Αποστόλων ιδρύθηκε από τον Πατριάρχη Νήφωνα Α΄(1310-1314) ως καθολικό μονής, αφιερωμένης πιθανόν στην Παναγία. Από το αρχικό συγκρότημα, που είχε ιδρυθεί δίπλα στη Ληταία Πύλη στα ανατολικά τείχη, σώζονται σήμερα μόνο ο ναός, μέρος του πυλώνα και η κινστέρνα, ενώ ανασκαφικά εντοπίστηκαν οι υποδομές προσκτισμάτων της μονής.
Ο ναός ακολουθεί τον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο και περίστωο. Ανατολικά του κυρίως ναού αναπτύσσεται τριμερές ιερό ενώ τις υπόλοιπες τρεις πλευρές περιβάλλει το περίστωο, με τέσσερις τρουλίσκους στις γωνίες, χαμηλότερους από τον κεντρικό. Δυτικότερα, εξωτερικά του αντίστοιχου σκέλους του περιστώου, αναπτύσσεται εξωνάρθηκας, με την κτητορική επιγραφή και τα μονογράμματα του Νήφωνα στα τύμπανα των ανοιγμάτων. Τόσο ο εξωνάρθηκας όσο και το νότιο σκέλος του περιστώου φαίνεται πως αρχικά ήταν ανοιχτά στις όψεις. Το ναό χαρακτηρίζει πλούσιος κεραμοπλαστικός διάκοσμος, ιδιαίτερα στην ανατολική όψη, με συνεχόμενα γεωμετρικά θέματα. Στο ανατολικό άκρο του βορείου σκέλους του περιστώου διαμορφώνεται παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Ιωάννη Πρόδρομο. Στην αντίστοιχη θέση στα νότια υπήρχε σκευοφυλάκιο, προσβάσιμο μόνο από το διακονικό.
Ο διάκοσμος του ναού έγινε σε δύο φάσεις. Τα ψηφιδωτά, που καλύπτουν τα θολωτά μέρη του κυρίως ναού, ως τον μαρμάρινο κοσμήτη, αποδίδονται στον Νήφωνα. Οι τοιχογραφίες, που καλύπτουν τους τοίχους του κυρίως ναού και του ιερού καθώς και ολόκληρο το περίστωο και τον εξωνάρθηκα, αποδίδονται στον μαθητή και συνεχιστή του έργου του Παύλο. Η αψίδα του ιερού μοιάζει να έμεινε ακόσμητη. Πιθανόν οι εργασίες να διακόπηκαν μετά την καθαίρεση του Νήφωνα, ενώ και ο Παύλος δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει.
Στον κεντρικό τρούλο σώζεται το κάτω μέρος της μορφή του Παντοκράτορα, που κρατά ευαγγέλιο και ευλογεί, ενώ γύρω του στέκουν δέκα προφήτες, που κρατούν ανοιχτά ειλητάρια με αποσπάσματα από τα έργα τους. Στη βάση του τρούλου, στα ανατολικά, εικονίστηκε το Άγιο Μανδήλιο, ενώ στα σφαιρικά τρίγωνα οι τέσσερις Ευαγγελιστές. Στις καμάρες που φέρουν τον τρούλο αναπτύχθηκαν παραστάσεις από το Δωδεκάορτο: η Γέννηση και η Βάπτιση στη νότια καμάρα, η Μεταμόρφωση και η Βαϊοφόρος στη δυτική, η Σταύρωση και η Ανάσταση στη βόρεια. Στον δυτικό τοίχο, πάνω από την είσοδο προς τον νάρθηκα, εικονίστηκε η Κοίμηση της Θεοτόκου.
Στα χαμηλά μέρη των τοίχων, κάτω από τον κοσμήτη, εικονίστηκαν ιεράρχες και άγιοι. Στα ψηλότερα μέρη των τοίχων, στο περίστωο και τον εξωνάρθηκα, αναπτύχθηκε κύκλος παραστάσεων από τη ζωή του Προδρόμου, της Παναγίας, μαρτύρια αγίων, η Ρίζα του Ιεσσαί και άλλα. Πάνω από την κύρια, δυτική είσοδο εικονίστηκε ο δεύτερος κτήτορας και ηγούμενος της μονής Παύλος, σε προσκύνηση μπροστά στην Παναγία, ενώ πάνω από την είσοδο μεταξύ νάρθηκα και εξωνάρθηκα εικονίστηκαν οι ψυχές των δικαίων σαν σπαργανωμένα βρέφη στο χέρι του Θεού.
Η εξαιρετική ποιότητα των τοιχογραφιών και των ψηφιδωτών των Αγίων Αποστόλων κατατάσσουν το μνημείο ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα της εποχής των Παλαιολόγων, σε στενή σχέση με τη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς το μοναστήρι παρέμεινε χριστιανικό έως τη δεκαετία του 1520, οπότε και μετατράπηκε από τον Kezeri Kasim Pasa σε μουσουλμανικό τέμενος, το Cezeri Kasim ή Soyuk Su Camii (τζαμί του κρύου νερού) που αποτέλεσε το κέντρο της ομώνυμης μουσουλμανικής συνοικίας.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika). Στερεωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν στο μνημείο μετά τους σεισμούς του 1978.

Αγίασμα Αγίου Ιωάννου Προδρόμου

Στα νοτιανατολικά του ναού της του Θεού Σοφίας, στη συμβολή της οδού Μακένζυ Κίνγκ με τον πεζόδρομο της Ικτίνου βρίσκεται το Αγίασμα, γνωστό και ως κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη. Πρόκειται για ναύδριο που κτίστηκε στις αρχές του 19ου αι. και σήμερα είναι εγκολπωμένο σε γυάλινο πρισματικό κέλυφος.
Ο χώρος του αγιάσματος, κάτω από το νεότερο ναύδριο, διαμορφώνεται εντός των χώρων αρχαιότερου υπόγειου κτίσματος που έχει ταυτιστεί με μεγάλη δεξαμενή, αποτελούμενη από δύο παράλληλες μεταξύ τους επιμήκεις αίθουσες με αψιδωτή διαμόρφωση οροφής, διαμορφωμένες εκατέρωθεν στενότερου επιμήκους διαδρόμου με αντίστοιχη κάλυψη. Εφαπτόμενη στα δυτικά του διαδρόμου υπήρχε μια κυκλική αίθουσα, με θολωτή στέγαση και οπαίο άνοιγμα στην κορυφή, όπου λειτουργούσε η εστία για τη θέρμανση των χώρων της δεξαμενής. Η λειτουργία της δεξαμενής έχει συνδεθεί με το συγκρότημα ρωμαϊκών θερμών, που αποκαλύφθηκε δυτικότερα, κατά τις ανασκαφές σε παρακείμενα οικόπεδα κατά μήκος της οδού Μακένζυ Κίνγκ.
Στον αύλειο χώρο του σημερινού ναυδρίου, δυτικά της υπόγειας δεξαμενής, διασώζονται τα αρχιτεκτονικά λείψανα περίστυλου εξαγωνικού κτίσματος με ομόκεντρη εξάλοβη κατασκευή-κολυμβήθρα, επενδεδυμένη με ορθομαρμάρωση. Το εξαγωνικό αυτό κτίσμα, που εντοπίστηκε μόλις μετά την πυρκαγιά του 1890 και ταυτίστηκε με ρωμαϊκό νυμφαίο, ερμηνεύτηκε ως πρωτοβυζαντινό βαπτιστήριο της προγενέστερης του βυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας, επισκοπικής βασιλικής, αξιοποιώντας την δεξαμενή στα ανατολικά ως θερμαντήρα του νερού που χρησιμοποιούνταν στις χριστιανικές τελετές. Μεταγενέστερα, φαίνεται πως το βαπτιστήριο με τις κατάλληλες μετασκευές, μετατράπηκε σε χώρο λατρείας, όπως αντίστοιχα μετασχηματίστηκε η ανενεργή πλέον δεξαμενή σε υπόγειο προσκυνηματικό χώρο και χώρο αγιάσματος. Για την πρόσβαση των πιστών στο αγίασμα κατασκευάστηκε υπόγεια στοά, ενώ παράλληλα κατασκευάστηκε και υπέργειο κτίσμα ορθογώνιας κάτοψης και αδιάγνωστης χρήσης με ψηφιδωτό δάπεδο χρονολογημένο μετά τα μέσα του 4ου αι.
Ο χώρος της κρύπτης με το αγίασμα διαπιστώθηκε πως βρισκόταν σε χρήση μέχρι και την υστεροβυζαντινή τουλάχιστον περίοδο, όπως έδειξε ο εντοπισμός επάλληλων στρώσεων από τοιχογραφίες. Στο τέλος της υστεροβυζαντινής περιόδου ή λίγο αργότερα πιθανόν χρονολογείται η τελική εγκατάλειψη της κρύπτης και η κατάχωση του χώρου. Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής σαφή ιστορικά και αρχαιολογικά τεκμήρια για τη σύνδεση του χώρου με συγκεκριμένο άγιο ή μάρτυρα, ούτε προκύπτει κάποια σύνδεση της σύγχρονης αφιέρωσης της κρύπτης στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο με διατήρηση παλιότερης λατρείας.
Στο χώρο διεξάγεται ανασκαφική έρευνα από την ΕΦΑΠΟΘ.

Νυμφαίο/Κρηναίο Εγνατίας

Οικοδομικά κατάλοιπα νυμφαίου, τμήμα του μαρμαρόστρωτου καταστρώματος και του βόρειου κρασπέδου της κεντρικής οδού της αρχαίας πόλης (decumanus maximus).
Κατασκευασμένο στο βόρειο μέτωπο της κεντρικής οδού της αρχαίας πόλης και στραμμένο προς αυτήν βρίσκεται ένα μνημειακό κρηναίο οικοδόμημα (νυμφαίο) τραπεζοειδούς κάτοψης, με μορφή τρίπλευρης εξέδρας. Εντοπίζεται σε βάθος 5,00μ. από το βόρειο κράσπεδο της σημερινής οδού Εγνατίας στη συμβολή της με την οδό Μητρ. Γενναδίου, ακριβώς μπροστά από το Bey Hamam («Λουτρά Παράδεισος»). Σε πρωιμότερη οικοδομική φάση, στο οπίσθιο μέρος του μνημειακού κρηναίου οικοδομήματος και σε επαφή με τον στυλοβάτη του, προϋπήρχε πιο απλή, μικρότερων διαστάσεων, τρίπλευρη πλινθόκτιστη κατασκευή με επένδυση από μαρμάρινες πλάκες, η οποία λειτουργούσε επίσης ως κρήνη.
Το νυμφαίο αποτελείται από ένα χαμηλό τοιχίο, επενδεδυμένο με μαρμάρινα θωράκια με ανάγλυφη διακόσμηση, το οποίο πλαισιώνει ανοικτή δεξαμενή ημιεξαγωνικής κάτοψης, κατασκευασμένη με απλή αργολιθοδομή. Ακολουθεί λιθόκτιστος στυλοβάτης με επίστεψη από μαρμάρινη κατασκευή, στις τέσσερις γωνίες της οποίας εδράζονταν τετράπλευρες βάσεις αττικού τύπου πάνω σε ισάριθμες ακατέργαστες πλίνθους σε δεύτερη χρήση. Το τοίχωμα της πρόσοψης είναι πλινθόκτιστο και επενδεδυμένο με μαρμάρινες πλάκες. Επάνω στις βάσεις ήταν τοποθετημένοι ισάριθμοι πεσσοί, επίσης σε δεύτερη χρήση, διακοσμημένοι με ανάγλυφο φυτικό θέμα (σώζονται οι τρεις με αποκομμένο το άνω τμήμα τους). Οι πεσσοί χρονολογούνται από τους Βελένη και Αδάμ-Βελένη στην περίοδο μεταξύ των μέσων του 3ου και των μέσων του 4ου αι. μ.Χ., ενώ από τον Vitti στην ύστερη αδριάνεια ή πρώιμη αντωνίνεια περίοδο (εντός του 2ου αι. μ.Χ.). Για τη στέγαση του οικοδομήματος έχει προταθεί από τους Βελένη και Αδάμ-Βελένη κάποιου τύπου θολωτή κατασκευή.
Στις μαρμάρινες πλάκες της πρόσοψης του κρηναίου οικοδομήματος αναπτυσσόταν σε μία σειρά κτητορική επιγραφή, το σωζόμενο τμήμα της οποίας αναφέρει «ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟΝ Ο ΕΝΔΟΞΟΤΑΤΟΣ [—–]», χωρίς, ωστόσο, να διατηρείται το όνομα του δωρητή ή άλλα στοιχεία. Η επιγραφή έχει χρονολογηθεί είτε στο α’ μισό του 3ου αι. μ.Χ. είτε στην ύστερη αρχαιότητα. Οι Βελένης και Αδάμ-Βελένη τοποθετούν την επιγραφή στο δεύτερο μισό του 4ου αι. μ.Χ. και χρονολογούν το μνημείο πιθανότατα στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. μ.Χ. Σύμφωνα με τον Vitti, το νυμφαίο κατασκευάστηκε στο α’ μισό του 3ου αι. μ.Χ., ενώ σε μεταγενέστερη περίοδο (4ος ή 5ος αι. μ.Χ.) ανακαινίστηκε ριζικά με την προσθήκη, μεταξύ άλλων, επιπλέον αρχιτεκτονικών μελών σε δεύτερη χρήση (πεσσοί, πλίνθοι βάσεων, φατνώματα κ.ά.) και παρέμεινε σε λειτουργία ίσως μέχρι τον 7ο αι. μ.Χ.

Άγιος Νικόλαος Ορφανός

Βρίσκεται κοντά στα ανατολικά τείχη στις παρυφές της Άνω Πόλης μέσα σε έναν καταπράσινο κήπο. Από το μοναστηριακό συγκρότημα διατηρούνται ερείπια από την πύλη εισόδου στον περίβολό του και το καθολικό που κτίστηκε ως μονόχωρος ναός στα τέλη του 12ου αι. Στον πυρήνα αυτόν προστέθηκαν στις αρχές του 14ου αι. δύο παρεκκλήσια και ο νάρθηκας διαμορφώνοντας ένας είδος τρίκλιτης βασιλικής και ταυτόχρονα ενός μονόχωρου ναού με περιμετρικό περίστωο.
Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού διατηρεί ένα από τα σημαντικότερα ζωγραφικά σύνολα της εποχής των Παλαιολόγων. Οι τοιχογραφίες του ναού τοποθετούνται μεταξύ 1310-1320 και οφείλονται σε μεγάλο καλλιτέχνη, που δούλεψε και σε άλλα μνημεία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας. Ο ανώνυμος ζωγράφος έχει συνθετική δύναμη, χρωματική ευαισθησία και δεξιοτεχνία στο πλάσιμο των μορφών. Η παρουσία στις τοιχογραφίες του Αγ. Γεωργίου του Γοργού, προστάτη του σέρβου κράλη Μιλούτιν καθώς και του αγίου Κλήμη, επισκόπου Αχρίδας αποτελούν ενδείξεις για ίδρυση της μονής από τον σέρβο βασιλιά.
Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού είναι μετόχι της μονής Βλατάδων από το 17ο αιώνα και σήμερα συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Κινστέρνα (οδoύ Ολυμπιάδος)

Κατά τη διαπλάτυνση της οδού Ολυμπιάδος κοντά στη συμβολή της με την οδό Αγίας Σοφίας και κοντά στο Βυζαντινό Λουτρό της Άνω Πόλης αποκαλύφθηκε μεγάλη ορθογώνια κινστέρνα, διαστάσεων 19,00×11,70μ. και ύψους άνω των 7,5μ. Η κατασκευή της χρονολογείται πιθανόν στην ύστερη βυζαντινή περίοδο. Το μεγαλύτερο τμήμα της διατηρείται επιχωματωμένο κάτω από το οδόστρωμα της οδού Ολυμπιάδος.
Εσωτερικά παραστάδες εκφύονται από τους πλευρικούς τοίχους και μαζί με τους τρεις κίονες στον κατά μήκος άξονα (Α-Δ) ορίζουν οκτώ διαμερίσματα στεγασμένα με θόλους. Στους κίονες και στις παραστάδες χρησιμοποιήθηκαν μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη τουλάχιστον χρήση (σπόλια). Όλες οι εσωτερικές επιφάνειες είναι επιχρισμένες με υδραυλικό κονίαμα. Η πρόσβαση στο εσωτερικό εξασφαλίζεται με κτιστή κλίμακα στη νοτιοανατολική γωνία. Στη δυτική πλευρά της δεξαμενής εντοπίστηκαν στα βόρεια ο κτιστός αγωγός πλήρωσης της δεξαμενής και στα νότια ο αγωγός απορροής. Η κινστέρνα κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 1988 και ακολούθησαν εργασίες συντήρησης και ανάδειξης του μνημείου με τη διαμόρφωση περιφραγμένου αρχαιολογικού χώρου, που ολοκληρώθηκαν το 2003.

Τόξο γέφυρας Πυλαίας (Καμάρα)

Τοπόσημο της Πυλαίας αποτελεί η γέφυρα, γνωστή ως «Καμάρα». Πρόκειται για μονότοξη γέφυρα χτισμένη στους πρωτοβυζαντινούς χρόνους (4ος-5ος αι.) στο σημείο σύγκλισης τριών ρεμάτων: Ελαιορέματος, Σταγειρίτη και της διανοιγμένης μετά το 1950 περιφερειακής τάφρου.
Συνίσταται σε πλινθόκτιστο τόξο που στηρίζεται σε δύο ισχυρούς πεσσούς («ποδαρικά») κτισμένα με το μεικτό σύστημα δόμησης, δηλ. με εναλλαγή ζωνών αργολιθοδομής και πλινθοδομής. Οι πεσσοί καλύπτονται σχεδόν ολόκληροι από τις προσχώσεις των ρεμάτων. Δεν έχει ερευνηθεί ανασκαφικά. Αποτελούσε τμήμα λιθόστρωτου δρόμου που ένωνε την Πυλαία με τον Χορτιάτη και πιθανότατα εξυπηρετούσε τη διέλευση πεζών και ζώων, όπως προκύπτει από το μικρό πλάτος της (2 μ.).
Η γέφυρα έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού με φορέα προστασίας την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΥΑ/ΥΠΠΕ/B1/Φ34/524081/1201, ΦΕΚ:30/Β/18.01.1985).

Αγία Αικατερίνη

Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης βρίσκεται στην Άνω Πόλη, κοντά στα βορειοδυτικά τείχη. Ιδρύθηκε στα τέλη του 13ου /αρχές του 14ου αιώνα και φαίνεται να ενσωμάτωσε παλαιότερο κτίσμα. Έχει προταθεί η ταύτισή του με το καθολικό της Μονής Παντοδυνάμου, της Μονής Φιλοκάλλη και πιο πρόσφατα με το ιαματικό προσκύνημα του Βεροιώτη Μυροβλύτη μοναχού Νικοδήμου που κτίστηκε στη Θεσσαλονίκη με πρωτοβουλία του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, με περιμετρικό ανοικτό περίστωο, χωρίς χωριστό νάρθηκα, και πέντε τρούλλους στην ανωδομή. Στην ανατολική απόληξη του βόρειου και νότιου σκέλους διαμορφώνονται δύο παρεκκλήσια. Ο ναός τουλάχιστον στη νότια πλευρά είναι διώροφος. Εσωτερικά στο νότιο σκέλος του περιστώου υπάρχει κάτω από το δάπεδο ταφική κρύπτη.
Εξωτερικά έχει κομψές αναλογίες, πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο, και ποικιλία αρχιτεκτονικών μορφών που την καθιστούν κομψοτέχνημα της εποχής των Παλαιολόγων.
Διατηρούνται αρκετές τοιχογραφίες στον κεντρικό τρούλλο, στον κυρίως ναό, στο ιερό βήμα, στους βόρειους τρουλλίσκους του περιστώου και στο δυτικό τμήμα του περιστώου. Ανήκουν στην παράδοση των καλλιτεχνικών εργαστηρίων της Θεσσαλονίκης και χρονολογούνται στη δεκαετία 1315-1325. Στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας μετατράπηκε σε τζαμί με την ονομασία Yakub Pasa τζαμί και οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με επιχρίσματα.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Κινστέρνα Αγίων Αποστόλων

Στα βορειοδυτικά του καθολικού των Αγίων Αποστόλων και άλλοτε τμήμα του εκτεταμένου συγκροτήματος της βυζαντινής μονής διασώζεται ημιυπόγεια κινστέρνα, σημαντικό τμήμα του δικτύου υδροδότησης της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, που έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Η κινστέρνα έχει διαστάσεις 18×10μ. (πλάτος 8,27μ., μήκος 16.35μ.) και εμβαδό 135 τ.μ. Τρία ζεύγη κιόνων, στο σύνολο τους σπόλια από κτίρια της ύστερης αρχαιότητας, που συνδέονται με τόξα κατά το πλάτος της κινστέρνας, επιμερίζουν το εσωτερικό της σε τέσσερα τμήματα που καλύπτονται με ημικυλινδρικές καμάρες. Η είσοδος στο εσωτερικό της δεξαμενής γίνεται με τη μεσολάβηση κτιστής, ιδιαίτερα στενής κλίμακας, από ελαφρώς ευρύτερο άνοιγμα στη δυτική απόληξη της νότιας πλευράς. Το κατάστρωμα του δαπέδου της είναι κατασκευασμένο με ενσφράγιστες πλίνθους πρωτοβυζαντινών χρόνων σε δεύτερη χρήση. Δύο ανοίγματα που ανοίγονται στην κορυφή των θόλων, σχετίζονται με την άντληση ύδατος από το εσωτερικό της κινστέρνας σε νεότερους χρόνους.
Εξωτερικά δημιουργούνται τυφλά αψιδώματα που αντιστοιχούν στις καμάρες του εσωτερικού, στα τύμπανα των οποίων ανοίγονται στενομέτωπες φωτιστικές θυρίδες. Σχεδόν όλη η νότια όψη της κινστέρνας ήταν υπέργεια, ενώ στο κάτω μέρος της διαμορφώνονται παραστάδες που δεν αντιστοιχούν στις ημικυλινδρικές καμάρες της θολωτής στέγασής της.
Επιπλέον, εξωτερικά στη νότια όψη βρίσκονται προσκολλημένα δύο προσκτίσματα: μία κρήνη, η οποία τροφοδοτείται άμεσα από αυτήν, και μία καμαροσκεπής κατασκευή που συνδέεται με το λεγόμενο «αγίασμα». Η κρήνη είναι ένα τραπεζιόσχημο θολοσκεπές κτίσμα με δίρριχτη στέγη. Τοξωτό άνοιγμα δημιουργείται στην κύρια όψη και τροφοδοτείται με πήλινο αγωγό απευθείας από την κινστέρνα. Η θολοσκεπής κατασκευή συνέδεε την κινστέρνα με την κρήνη, που πιθανώς υπήρχε κάτω από το σήμερα σωζόμενο σε ερειπιώδη κατάσταση αγίασμα, και είναι γνωστή βιβλιογραφικά. Ανάμεσα στο σύγχρονο αγίασμα και την κινστέρνα, εκτός από άλλα κτίρια διαφόρων περιόδων που εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή και η κάτοψη των οποίων δεν μπορεί να αποκατασταθεί, εντοπίστηκε τοίχος μεταγενέστερος της κινστέρνας, που βαίνει παράλληλα με τον νότιο τοίχο της, δημιουργώντας διάδρομο πλάτους 1,50μ., του οποίου η στέγαση θα συνδεόταν με την πρόσβαση στην κινστέρνα.

Μακεδονικός τάφος “Μαιευτηρίου”

Ο λεγόμενος «τάφος του Μαιευτηρίου», κατασκευασμένος δίπλα στον αρχαίο δρόμο που συμπίπτει με την σημερινή οδό Αλ. Παπαναστασίου, σε απόσταση 2 χλμ. από το ανατολικό τείχος, εντάσσεται πιθανόν στην παρόδια προέκταση του ανατολικού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης και χρονολογείται περί τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. Η συμβατική ονομασία του «τάφος του Μαιευτηρίου» οφείλεται στο αντικρινό διατηρητέο κτίριο, όπου στεγαζόταν από το 1925 το Δημόσιο Μαιευτήριο (πρώην Ρωσικό Νοσοκομείο).
Βρέθηκε τυχαία κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από Γάλλους στρατιώτες, συλημένος από την αρχαιότητα. Εγκαταλείφθηκε λόγω του πολέμου, καλύφθηκε από τις επιχώσεις του τύμβου του και η θέση του λησμονήθηκε. Ξαναβρέθηκε τυχαία το 1940 κατά τις εργασίες κατασκευής αντιαεροπορικού καταφυγίου.
Στην αρχαιότητα το μνημείο ήταν υπόγειο, καλυμμένο με υπέργειο χωμάτινο τύμβο. Στην είσοδό του οδηγούσε επικλινής δρόμος. Είναι κατασκευασμένος από πωρόλιθο, μονοθάλαμος, καμαροσκεπής, με ναόσχημη πρόσοψη δωρικού ρυθμού και είσοδο προς τα βόρεια. Η πρόσοψη και το εσωτερικό του θαλάμου έφεραν επίχριση με κονίαμα.
Στο εσωτερικό του θαλάμου, διαστάσεων 3,34×2,22 μ., βρέθηκαν δύο χτιστές κλίνες σε διάταξη Γ. Η μια εξ αυτών διατηρούσε στο μέτωπό της υπολείμματα ζωγραφικού διακόσμου με διονυσιακά και φυτικά θέματα. Τμήματά της εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι. Στη δεύτερη, διατηρούνται κατά τόπους μόνο υπολείμματα του υποστρώματος του επιχρίσματός της. Καθώς βρέθηκε συλημένος, τα μόνα κινητά ευρήματα του θαλάμου ήταν λίγα πήλινα αγγεία και ειδώλια, που φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και στο Μουσείο του Λούβρου.
Πίσω από το μνημείο ερευνήθηκε το 1940 κατασκευή από πλίνθους, στην οποία ερμηνεύθηκε ως χώρος στον οποίο πραγματοποιήθηκε η καύση των νεκρών.