Skip to main content
Skip to main content

Monument Type: Μνημείο

Κινστέρνα Αγίων Αποστόλων

Στα βορειοδυτικά του καθολικού των Αγίων Αποστόλων και άλλοτε τμήμα του εκτεταμένου συγκροτήματος της βυζαντινής μονής διασώζεται ημιυπόγεια κινστέρνα, σημαντικό τμήμα του δικτύου υδροδότησης της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, που έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Η κινστέρνα έχει διαστάσεις 18×10μ. (πλάτος 8,27μ., μήκος 16.35μ.) και εμβαδό 135 τ.μ. Τρία ζεύγη κιόνων, στο σύνολο τους σπόλια από κτίρια της ύστερης αρχαιότητας, που συνδέονται με τόξα κατά το πλάτος της κινστέρνας, επιμερίζουν το εσωτερικό της σε τέσσερα τμήματα που καλύπτονται με ημικυλινδρικές καμάρες. Η είσοδος στο εσωτερικό της δεξαμενής γίνεται με τη μεσολάβηση κτιστής, ιδιαίτερα στενής κλίμακας, από ελαφρώς ευρύτερο άνοιγμα στη δυτική απόληξη της νότιας πλευράς. Το κατάστρωμα του δαπέδου της είναι κατασκευασμένο με ενσφράγιστες πλίνθους πρωτοβυζαντινών χρόνων σε δεύτερη χρήση. Δύο ανοίγματα που ανοίγονται στην κορυφή των θόλων, σχετίζονται με την άντληση ύδατος από το εσωτερικό της κινστέρνας σε νεότερους χρόνους.
Εξωτερικά δημιουργούνται τυφλά αψιδώματα που αντιστοιχούν στις καμάρες του εσωτερικού, στα τύμπανα των οποίων ανοίγονται στενομέτωπες φωτιστικές θυρίδες. Σχεδόν όλη η νότια όψη της κινστέρνας ήταν υπέργεια, ενώ στο κάτω μέρος της διαμορφώνονται παραστάδες που δεν αντιστοιχούν στις ημικυλινδρικές καμάρες της θολωτής στέγασής της.
Επιπλέον, εξωτερικά στη νότια όψη βρίσκονται προσκολλημένα δύο προσκτίσματα: μία κρήνη, η οποία τροφοδοτείται άμεσα από αυτήν, και μία καμαροσκεπής κατασκευή που συνδέεται με το λεγόμενο «αγίασμα». Η κρήνη είναι ένα τραπεζιόσχημο θολοσκεπές κτίσμα με δίρριχτη στέγη. Τοξωτό άνοιγμα δημιουργείται στην κύρια όψη και τροφοδοτείται με πήλινο αγωγό απευθείας από την κινστέρνα. Η θολοσκεπής κατασκευή συνέδεε την κινστέρνα με την κρήνη, που πιθανώς υπήρχε κάτω από το σήμερα σωζόμενο σε ερειπιώδη κατάσταση αγίασμα, και είναι γνωστή βιβλιογραφικά. Ανάμεσα στο σύγχρονο αγίασμα και την κινστέρνα, εκτός από άλλα κτίρια διαφόρων περιόδων που εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή και η κάτοψη των οποίων δεν μπορεί να αποκατασταθεί, εντοπίστηκε τοίχος μεταγενέστερος της κινστέρνας, που βαίνει παράλληλα με τον νότιο τοίχο της, δημιουργώντας διάδρομο πλάτους 1,50μ., του οποίου η στέγαση θα συνδεόταν με την πρόσβαση στην κινστέρνα.

Μακεδονικός τάφος “Μαιευτηρίου”

Ο λεγόμενος «τάφος του Μαιευτηρίου», κατασκευασμένος δίπλα στον αρχαίο δρόμο που συμπίπτει με την σημερινή οδό Αλ. Παπαναστασίου, σε απόσταση 2 χλμ. από το ανατολικό τείχος, εντάσσεται πιθανόν στην παρόδια προέκταση του ανατολικού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης και χρονολογείται περί τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. Η συμβατική ονομασία του «τάφος του Μαιευτηρίου» οφείλεται στο αντικρινό διατηρητέο κτίριο, όπου στεγαζόταν από το 1925 το Δημόσιο Μαιευτήριο (πρώην Ρωσικό Νοσοκομείο).
Βρέθηκε τυχαία κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από Γάλλους στρατιώτες, συλημένος από την αρχαιότητα. Εγκαταλείφθηκε λόγω του πολέμου, καλύφθηκε από τις επιχώσεις του τύμβου του και η θέση του λησμονήθηκε. Ξαναβρέθηκε τυχαία το 1940 κατά τις εργασίες κατασκευής αντιαεροπορικού καταφυγίου.
Στην αρχαιότητα το μνημείο ήταν υπόγειο, καλυμμένο με υπέργειο χωμάτινο τύμβο. Στην είσοδό του οδηγούσε επικλινής δρόμος. Είναι κατασκευασμένος από πωρόλιθο, μονοθάλαμος, καμαροσκεπής, με ναόσχημη πρόσοψη δωρικού ρυθμού και είσοδο προς τα βόρεια. Η πρόσοψη και το εσωτερικό του θαλάμου έφεραν επίχριση με κονίαμα.
Στο εσωτερικό του θαλάμου, διαστάσεων 3,34×2,22 μ., βρέθηκαν δύο χτιστές κλίνες σε διάταξη Γ. Η μια εξ αυτών διατηρούσε στο μέτωπό της υπολείμματα ζωγραφικού διακόσμου με διονυσιακά και φυτικά θέματα. Τμήματά της εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι. Στη δεύτερη, διατηρούνται κατά τόπους μόνο υπολείμματα του υποστρώματος του επιχρίσματός της. Καθώς βρέθηκε συλημένος, τα μόνα κινητά ευρήματα του θαλάμου ήταν λίγα πήλινα αγγεία και ειδώλια, που φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και στο Μουσείο του Λούβρου.
Πίσω από το μνημείο ερευνήθηκε το 1940 κατασκευή από πλίνθους, στην οποία ερμηνεύθηκε ως χώρος στον οποίο πραγματοποιήθηκε η καύση των νεκρών.

Μονή Βλατάδων

Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Δωρόθεο και Μάρκο Βλατή, μαθητές του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης αγίου Γρηγορίου Παλαμά, όταν ο Δωρόθεος ήταν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, μεταξύ των ετών 1351-1371. Από τη βυζαντινή μονή διατηρείται το καθολικό καθώς και τρεις κινστέρνες που ανήκουν στο δίκτυο υδροδότησης της πόλης από το υδραγωγείο του Χορτιάτη.
Το καθολικό που ενσωμάτωσε παλαιότερο μεσοβυζαντινό ναό ανήκει σε μια σπάνια παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, με συνεπτυγμένη τη δυτική κεραία. Τον πυρήνα περιβάλλει κλειστή περιμετρική στοά με παρεκκλήσια στα ανατολικά. Το νότιο παρεκκλήσι τιμάται στη μνήμη του Αποστόλου Παύλου. Το βόρειο παρεκκλήσι, το βόρειο, το δυτικό και τμήμα του νότιου σκέλους του περιστώου είναι προσθήκες του 1801, ενώ η νότια ανοικτή στοά και το δυτικό πρόπυλο κατασκευάστηκαν στα 1907. Οι τοιχογραφίες του καθολικού αποδίδονται σε δύο φάσεις: στην πρώτη ανήκουν σπαράγματα των παραστάσεων της Ανάληψης και της Πεντηκοστής στην ανατολική καμάρα του σταυρού καθώς και κάποια αποτοιχισμένα σπαράγματα (Ιωάννης Πρόδρομος, Ιωάννης Θεολόγος και σπάραγμα από παράσταση του Νιπτήρα) που εκτίθενται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και χρονολογούνται στα 1310-1315. Στη δεύτερη φάση ανήκουν οι υπόλοιπες τοιχογραφίες στον τρούλο τις καμάρες, στο νάρθηκα και το νότιο παρεκκλήσιο που χρονολογούνται μετά το 1368, έτος αγιοποίησης του Γρηγορίου Παλαμά, ο οποίος απεικονίζεται δύο φορές.
Η μονή Βλατάδων λειτούργησε ως πατριαρχικό σταυροπήγιο με ιδιαίτερα προνόμια, γνωστό ως Τσαούς Μαναστήρ σε όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Στο σκευοφυλάκιο της υπάρχουν αξιόλογες συλλογές φορητών εικόνων, χειρογράφων και παλαίτυπων βιβλίων, που χρονολογούνται από τον 12ο έως τον 19ο αιώνα. Το καθολικό περιβάλλεται από τα κτίρια του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών που ιδρύθηκε το 1968.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Κινστέρνα Παναγίας Ελεούσας

Κάτω από σύγχρονο παρεκκλήσιο, που βρίσκεται στο ισόγειο γνωστού πολυκαταστήματος της οδού Τσιμισκή, διατηρείται η υπόγεια βυζαντινή κινστέρνα/δεξαμενή της Παναγίας Ελεούσας. Εντός της δεξαμενής, που είναι θεμελιωμένη στο φυσικό βράχο, υπάρχει πηγή αγιάσματος. Ο παλιότερος -συνδεόμενος με το αγίασμα- ναός της Παναγίας Ελεούσης, που έδωσε το όνομά του και στο σύγχρονο παρεκκλήσιο, καταστράφηκε κατά την πυρκαγιά του 1917. Η κινστέρνα, η κατασκευή της οποίας έχει χρονολογηθεί στους ύστερους βυζαντινούς χρόνους, έχει διαστάσεις 10,50μ.x4,70μ. και ύψος 3,35μ. και χωρίζεται σε οκτώ διαμερίσματα στεγασμένα με σταυροθόλια που στηρίζονται σε κίονες.

Μακεδονικός τάφος Φοίνικα

Ο λεγόμενος μακεδονικός τάφος του Φοίνικα, στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, αποκαλύφθηκε συλημένος την άνοιξη του 1987, κατά την κατασκευή της περιφερειακής οδού. Αποτελεί τον καλύτερα διατηρημένο και πρωιμότερο μακεδονικό τάφο από τους συνολικά έξι που έχουν αποκαλυφθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Εντάσσεται σε νεκροταφείο της ύστερης κλασικής και ελληνιστικής περιόδου που εκτείνεται σε υπερυψωμένο πλάτωμα και ανήκει στον αρχαίο οικισμό που ανασκάφηκε 350μ. ΒΔ του τάφου. Σήμερα ο τάφος στεγάζεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο κάτω από την περιφερειακή οδό.
Ο μονοθάλαμος τάφος, καλυπτόταν από τύμβο. Βαθμιδωτός δρόμος οδηγεί στην επιβλητική ναόσχημη, δωρική πρόσοψή του. Στο αέτωμα διατηρείται, φθαρμένη σε μεγάλο βαθμό, αφηγηματική, πολυπρόσωπη παράσταση, με σκηνή «δεξίωσης» (χαιρετισμού) μίας καθιστής ανδρικής μορφής με έναν όρθιο νεαρό άνδρα, στο κέντρο. Στα άκρα της παράστασης καλύτερα διακρίνονται δύο ανακεκλιμένοι Μακεδόνες πολεμιστές.
Στον θάλαμο, με τους κίτρινους τοίχους και τη γκριζογάλανη καμάρα, υπάρχουν δύο κτιστά βωμόσχημα βάθρα με πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση και δύο χαμηλά θρανία με λεοντοπόδαρα, κατά μήκος των δύο πλευρικών τοίχων. Φαίνεται πως πάνω από τα βάθρα είχαν στηθεί ξύλινες νεκρικές κλίνες (διασώθηκαν μόνο τμήματα της περίτεχνης ελεφαντοστέινης διακόσμησής τους) και πάνω τους τα τεφροδόχα σκεύη των δύο νεκρών, πιθανώς ενός βασιλικού εταίρου και της συζύγου του. Στα θρανία θα είχαν τοποθετηθεί οι προσφορές και τα κτερίσματα. Σε μεταγενέστερη φάση, το ένα θρανίο διαπλατύνθηκε με την προσθήκη ωμών πλίνθων, ώστε να τοποθετηθεί το ξύλινο φορείο ενός τρίτου νεκρού.
Λόγω της σύλησης του τάφου, σώθηκαν, μεταξύ άλλων, λιγοστά πήλινα και αλαβάστρινα αγγεία, νομίσματα, δύο οφθαλμοί αγαλμάτων, τέσσερα χάλκινα βλέφαρα και τμήματα από ασημένια αγγεία, χρυσά και επίχρυσα χάλκινα στεφάνια, σιδερένια όπλα, σιδερένιες στλεγγίδες και χρυσά κοσμήματα, τα οποία αποτελούν ενδείξεις των πολυτελών αντικειμένων που θα συνόδευαν τους νεκρούς.

Προφήτης Ηλίας

Επί της οδού Ολυμπιάδος, στη συμβολή της με την οδό Προφήτη Ηλία, πάνω σε ένα φυσικό βραχώδες έξαρμα δεσπόζει ο ναός του Προφήτη Ηλία. Μοναδικός στη πόλη για τον αρχιτεκτονικό του τύπο: τρίκογχος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με λιτή και περίστωο που απολήγει στα ανατολικά σε παρεκκλήσια, ήταν αφιερωμένος στο Χριστό και ταυτίζεται με το καθολικό της μονής Ακαπνίου. Ερείπια των προσκτισμάτων της μονής διατηρούνται στον περιβάλλοντα χώρο, στα νότια. Από τον εικονογραφικό διάκοσμο σώζεται στη λιτή η παράσταση της Βρεφοκτονίας, αντιπροσωπευτική για την τελευταία φάση της παλαιολόγειας ζωγραφικής (1360-1370) στη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης μορφές αγίων στους χορούς, και τα παρεκκλήσια της στοάς. Λίγο μετά το 1430, ο ναός μετατράπηκε από τους οθωμανούς σε τέμενος με την επωνυμία Seray Atik Τζαμί (των παλαιών ανακτόρων). Τα έτη 1956-1961 έγιναν εκτεταμένες εργασίες αναστήλωσης του μνημείου. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Κωδωνοστάσιο Προφήτη Ηλία (Πυλαία)

Το τετράπλευρο πυργόσχημο κωδωνοστάσιο του ναού του Προφήτη Ηλία χτίστηκε το 1869, σύμφωνα με επιγραφή ενσωματωμένη στην τοιχοποιία. Για την ανέγερσή του χρησιμοποιήθηκε δομικό υλικό και ανάγλυφες πλάκες, προερχόμενα από παλαιότερο ναό, ο οποίος ανακαινίστηκε εκ βάθρων στο β΄ μισό του 19ου αι. Λόγω της μορφής και της γειτνίασης του κωδωνοστασίου με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της πρωτοβυζαντινής περιόδου, τα οποία εντοπίστηκαν σε ανασκαφή του οικοπέδου επί της οδού Προφήτη Ηλία 36, είναι πιθανό το κωδωνοστάσιο να ενσωματώνει στις τοιχοποιίες του τμήματα βυζαντινού πύργου ανήκοντα σε κατεστραμμένο περίβολο ενός από τα πολλά μοναστήρια που υπήρχαν, σύμφωνα με τις πηγές, στην ευρύτερη περιοχή.
Το κωδωνοστάσιο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού με φορέα προστασίας την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΥΑ/ΥΠΠΕ/B1/Φ34/58681/1289, ΦΕΚ:30/Β/18.01.1985).

Τάφοι Μακεδονικού Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Στον χώρο που καταλαμβάνει το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (MOMus), εντός της έκτασης της Δ.Ε.Θ., μεταξύ των υπόλοιπων, διαφόρων κατηγοριών και χρονικών περιόδων, ταφών, αποκαλύφθηκε τμήμα ενός ταφικού κτίσματος, που σήμερα είναι ορατό κάτω από το γυάλινο δάπεδο του καφέ του μουσείου. Πρόκειται για υπόγειο κτιστό ταφικό θάλαμο, η στιβαρή κατασκευή του οποίου οδήγησε στην υπόθεση της ύπαρξης και ενός υπέργειου ορόφου. Μεταγενέστερο ταφικό συγκρότημα προσαρμόστηκε εντός των εξωτερικών τοίχων του μνημείου. Στο βόρειο τμήμα του θαλάμου διαμορφώνεται ένας χώρος με μαρμαροθετημένο δάπεδο και τα εσωτερικά τοιχώματα διακοσμημένα με νωπογραφία. Από τη διακόσμηση διατηρείται η κατώτερη ζώνη με απομίμηση ορθομαρμάρωσης με ελεύθερες ερυθρές πινελιές σε λευκό φόντο. Στη βορειοανατολική γωνία διατηρείται τμήμα της ανώτερης ζώνης, όπου διακρίνεται ρόμβος με ίχνη φυτικού μοτίβου, εντός σκουροπράσινου πλαισίου.
Λόγω της απουσίας κινητών ευρημάτων και της αποσπασματικής κατάστασης του κτίσματος δεν κατέστη δυνατή η ακριβής χρονολόγησή του. Το μνημείο, κυρίως βάσει της μορφής του, χρονολογήθηκε από την ανασκαφέα κα Μ. Τσιμπίδου-Αυλωνίτη στον 1ο αι. μ.Χ., περίοδο κατά την οποία φιλοξενούσε τα τεφροδόχα σκεύη μίας εύπορης οικογένειας, ενώ σε επόμενη χρονική φάση δημιουργήθηκαν νέοι χώροι για την τέλεση ενταφιασμών.
Στην έκταση του ίδιου μουσείου βρέθηκε ένας κιβωτιόσχημος πλινθόκτιστος τάφος με τα εσωτερικά τοιχώματα και το δάπεδο επενδυμένα με μαρμάρινες πλάκες, ο οποίος χρονολογήθηκε στον 3ο αι. μ.Χ. Σήμερα είναι ορατός στην είσοδο του Μουσείου.
Ιδιαιτέρως αξιόλογο εύρημα για την οργάνωση του νεκροταφείου αποτελεί τμήμα λιθόστρωτου δρόμου που χρονολογείται στη ρωμαϊκή περίοδο και διατηρείται στο υπόγειο του μουσείου. Έχει κατεύθυνση ΒΔ-ΝΑ, εκκινώντας πιθανώς από την Κασσανδρεωτική Πύλη και διασχίζοντας το νεκροταφείο.

Ναός Ταξιαρχών

Ο Ναός των Ταξιαρχών βρίσκεται στο βορειανατολικό τμήμα της Άνω Πόλης. Κτίστηκε πιθανώς τον 14ο αι. και είναι διώροφος με ταφική κρύπτη. Ο ξυλόστεγος στον όροφο ναός περιβάλλεται στις τρεις πλευρές του με περίστωο, ανοιχτό δυτικά και νότια. Εξωτερικά, το μνημείο διαρθρώνεται πλαστικά με τυφλά αψιδώματα και κτιστούς ημικίονες και οι τοιχοποιίες του καλύπτονται με κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Στους πλευρικούς τοίχους του ισογείου διαμορφώνονται τάφοι με την μορφή κτιστών ακροσολίων. Ο ναός αποδίδεται σε καθολικό μονής με κοιμητήριο των μοναχών στο ισόγειο, έχει διατυπωθεί όμως και η υπόθεση ότι πρόκειται για μονόχωρο κοιμητηριακό ναό με ταφική κρύπτη άγνωστου μοναστικού συγκροτήματος. Από την αρχική τοιχογράφηση διασώθηκαν μόνο οι σκηνές της Ανάληψης και της Πεντηκοστής αντίστοιχα στο ανατολικό και δυτικό αέτωμα του κυρίως ναού.
Κατά την οθωμανική περίοδο μετατράπηκε σε τζαμί με την ονομασία İki Şerife Camii, λόγω του διπλού εξώστη του μιναρέ σε ανάμνηση, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, της αφιέρωσης του ναού στους Ταξιάρχες, Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο ναός υπέστη πολλές μετασκευές και η σημερινή μορφή είναι αποτέλεσμα της αναστήλωσης του 1953.
Στους νεότερους χρόνους διευρύνθηκε το νότιο σκέλος του περιστώου και προστέθηκε εξωνάρθηκας στα δυτικά, με αποτέλεσμα την αλλοίωση της μορφής του ναού.

Μπεζεστένι

Το Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης (κλειστή αγορά πολύτιμων ειδών και υφασμάτων) κτίστηκε πιθανότατα επί Σουλτάνου Μεχμέτ Β’ (1455-1459). Πρόκειται για έναν ορθογώνιο χώρο με τέσσερις εισόδους, μία στο μέσο κάθε πλευράς. Εσωτερικά επιμερίζεται σε έξι τετράπλευρους χώρους με τη βοήθεια διπλών τόξων που στηρίζονται σε δύο κεντρικούς πεσσούς. Οι τοιχοποιίες είναι κατασκευασμένες κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και επιστέφονται με οδοντωτά γείσα. Ο χώρος καλύπτεται με έξι ημισφαιρικούς μολυβδοσκέπαστους θόλους που στηρίζονται σε οκταγωνικά τύμπανα.
Στο Μπεζεστένι προσαρτήθηκαν σε διάφορες εποχές εξωτερικά καταστήματα στη μορφή αρχικά ξύλινων κατασκευών, με λειτουργίες διαφορετικές των εσωτερικών χρήσεων. Στο κτίριο πριν από την πυρκαγιά του 1917 φαίνεται ότι λειτουργούσαν συνολικά 113 καταστήματα. Μετά την πυρκαγιά υπέστη καταστροφές και πραγματοποιήθηκαν επεμβάσεις για την επαναλειτουργία του οικοδομήματος, που ολοκληρώθηκαν το 1927, ενώ προστέθηκαν καταστήματα εξωτερικά του κεντρικού χώρου που διατηρούνται έως σήμερα. Το μνημείο υπέστη σοβαρές βλάβες από τον σεισμό του 1978 και κατά τις περιόδους 1982-85 και 1993-96 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης και συντήρησης. Σήμερα το οικοδόμημα εξακολουθεί να λειτουργεί ως αγορά, κυρίως υφασμάτων, και ως επισκέψιμο μνημείο, όπου διενεργούνται και καλλιτεχνικές δράσεις, με ειδική διαμόρφωση του χώρου πάνω από το επίπεδο των καταστημάτων.