Skip to main content
Skip to main content

Monument Type: Μνημείο

Μακεδονικός τάφος Φοίνικα

Ο λεγόμενος μακεδονικός τάφος του Φοίνικα, στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, αποκαλύφθηκε συλημένος την άνοιξη του 1987, κατά την κατασκευή της περιφερειακής οδού. Αποτελεί τον καλύτερα διατηρημένο και πρωιμότερο μακεδονικό τάφο από τους συνολικά έξι που έχουν αποκαλυφθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Εντάσσεται σε νεκροταφείο της ύστερης κλασικής και ελληνιστικής περιόδου που εκτείνεται σε υπερυψωμένο πλάτωμα και ανήκει στον αρχαίο οικισμό που ανασκάφηκε 350μ. ΒΔ του τάφου. Σήμερα ο τάφος στεγάζεται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο κάτω από την περιφερειακή οδό.
Ο μονοθάλαμος τάφος, καλυπτόταν από τύμβο. Βαθμιδωτός δρόμος οδηγεί στην επιβλητική ναόσχημη, δωρική πρόσοψή του. Στο αέτωμα διατηρείται, φθαρμένη σε μεγάλο βαθμό, αφηγηματική, πολυπρόσωπη παράσταση, με σκηνή «δεξίωσης» (χαιρετισμού) μίας καθιστής ανδρικής μορφής με έναν όρθιο νεαρό άνδρα, στο κέντρο. Στα άκρα της παράστασης καλύτερα διακρίνονται δύο ανακεκλιμένοι Μακεδόνες πολεμιστές.
Στον θάλαμο, με τους κίτρινους τοίχους και τη γκριζογάλανη καμάρα, υπάρχουν δύο κτιστά βωμόσχημα βάθρα με πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση και δύο χαμηλά θρανία με λεοντοπόδαρα, κατά μήκος των δύο πλευρικών τοίχων. Φαίνεται πως πάνω από τα βάθρα είχαν στηθεί ξύλινες νεκρικές κλίνες (διασώθηκαν μόνο τμήματα της περίτεχνης ελεφαντοστέινης διακόσμησής τους) και πάνω τους τα τεφροδόχα σκεύη των δύο νεκρών, πιθανώς ενός βασιλικού εταίρου και της συζύγου του. Στα θρανία θα είχαν τοποθετηθεί οι προσφορές και τα κτερίσματα. Σε μεταγενέστερη φάση, το ένα θρανίο διαπλατύνθηκε με την προσθήκη ωμών πλίνθων, ώστε να τοποθετηθεί το ξύλινο φορείο ενός τρίτου νεκρού.
Λόγω της σύλησης του τάφου, σώθηκαν, μεταξύ άλλων, λιγοστά πήλινα και αλαβάστρινα αγγεία, νομίσματα, δύο οφθαλμοί αγαλμάτων, τέσσερα χάλκινα βλέφαρα και τμήματα από ασημένια αγγεία, χρυσά και επίχρυσα χάλκινα στεφάνια, σιδερένια όπλα, σιδερένιες στλεγγίδες και χρυσά κοσμήματα, τα οποία αποτελούν ενδείξεις των πολυτελών αντικειμένων που θα συνόδευαν τους νεκρούς.

Προφήτης Ηλίας

Επί της οδού Ολυμπιάδος, στη συμβολή της με την οδό Προφήτη Ηλία, πάνω σε ένα φυσικό βραχώδες έξαρμα δεσπόζει ο ναός του Προφήτη Ηλία. Μοναδικός στη πόλη για τον αρχιτεκτονικό του τύπο: τρίκογχος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με λιτή και περίστωο που απολήγει στα ανατολικά σε παρεκκλήσια, ήταν αφιερωμένος στο Χριστό και ταυτίζεται με το καθολικό της μονής Ακαπνίου. Ερείπια των προσκτισμάτων της μονής διατηρούνται στον περιβάλλοντα χώρο, στα νότια. Από τον εικονογραφικό διάκοσμο σώζεται στη λιτή η παράσταση της Βρεφοκτονίας, αντιπροσωπευτική για την τελευταία φάση της παλαιολόγειας ζωγραφικής (1360-1370) στη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης μορφές αγίων στους χορούς, και τα παρεκκλήσια της στοάς. Λίγο μετά το 1430, ο ναός μετατράπηκε από τους οθωμανούς σε τέμενος με την επωνυμία Seray Atik Τζαμί (των παλαιών ανακτόρων). Τα έτη 1956-1961 έγιναν εκτεταμένες εργασίες αναστήλωσης του μνημείου. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Κωδωνοστάσιο Προφήτη Ηλία (Πυλαία)

Το τετράπλευρο πυργόσχημο κωδωνοστάσιο του ναού του Προφήτη Ηλία χτίστηκε το 1869, σύμφωνα με επιγραφή ενσωματωμένη στην τοιχοποιία. Για την ανέγερσή του χρησιμοποιήθηκε δομικό υλικό και ανάγλυφες πλάκες, προερχόμενα από παλαιότερο ναό, ο οποίος ανακαινίστηκε εκ βάθρων στο β΄ μισό του 19ου αι. Λόγω της μορφής και της γειτνίασης του κωδωνοστασίου με αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της πρωτοβυζαντινής περιόδου, τα οποία εντοπίστηκαν σε ανασκαφή του οικοπέδου επί της οδού Προφήτη Ηλία 36, είναι πιθανό το κωδωνοστάσιο να ενσωματώνει στις τοιχοποιίες του τμήματα βυζαντινού πύργου ανήκοντα σε κατεστραμμένο περίβολο ενός από τα πολλά μοναστήρια που υπήρχαν, σύμφωνα με τις πηγές, στην ευρύτερη περιοχή.
Το κωδωνοστάσιο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού με φορέα προστασίας την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης (ΥΑ/ΥΠΠΕ/B1/Φ34/58681/1289, ΦΕΚ:30/Β/18.01.1985).

Τάφοι Μακεδονικού Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Στον χώρο που καταλαμβάνει το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (MOMus), εντός της έκτασης της Δ.Ε.Θ., μεταξύ των υπόλοιπων, διαφόρων κατηγοριών και χρονικών περιόδων, ταφών, αποκαλύφθηκε τμήμα ενός ταφικού κτίσματος, που σήμερα είναι ορατό κάτω από το γυάλινο δάπεδο του καφέ του μουσείου. Πρόκειται για υπόγειο κτιστό ταφικό θάλαμο, η στιβαρή κατασκευή του οποίου οδήγησε στην υπόθεση της ύπαρξης και ενός υπέργειου ορόφου. Μεταγενέστερο ταφικό συγκρότημα προσαρμόστηκε εντός των εξωτερικών τοίχων του μνημείου. Στο βόρειο τμήμα του θαλάμου διαμορφώνεται ένας χώρος με μαρμαροθετημένο δάπεδο και τα εσωτερικά τοιχώματα διακοσμημένα με νωπογραφία. Από τη διακόσμηση διατηρείται η κατώτερη ζώνη με απομίμηση ορθομαρμάρωσης με ελεύθερες ερυθρές πινελιές σε λευκό φόντο. Στη βορειοανατολική γωνία διατηρείται τμήμα της ανώτερης ζώνης, όπου διακρίνεται ρόμβος με ίχνη φυτικού μοτίβου, εντός σκουροπράσινου πλαισίου.
Λόγω της απουσίας κινητών ευρημάτων και της αποσπασματικής κατάστασης του κτίσματος δεν κατέστη δυνατή η ακριβής χρονολόγησή του. Το μνημείο, κυρίως βάσει της μορφής του, χρονολογήθηκε από την ανασκαφέα κα Μ. Τσιμπίδου-Αυλωνίτη στον 1ο αι. μ.Χ., περίοδο κατά την οποία φιλοξενούσε τα τεφροδόχα σκεύη μίας εύπορης οικογένειας, ενώ σε επόμενη χρονική φάση δημιουργήθηκαν νέοι χώροι για την τέλεση ενταφιασμών.
Στην έκταση του ίδιου μουσείου βρέθηκε ένας κιβωτιόσχημος πλινθόκτιστος τάφος με τα εσωτερικά τοιχώματα και το δάπεδο επενδυμένα με μαρμάρινες πλάκες, ο οποίος χρονολογήθηκε στον 3ο αι. μ.Χ. Σήμερα είναι ορατός στην είσοδο του Μουσείου.
Ιδιαιτέρως αξιόλογο εύρημα για την οργάνωση του νεκροταφείου αποτελεί τμήμα λιθόστρωτου δρόμου που χρονολογείται στη ρωμαϊκή περίοδο και διατηρείται στο υπόγειο του μουσείου. Έχει κατεύθυνση ΒΔ-ΝΑ, εκκινώντας πιθανώς από την Κασσανδρεωτική Πύλη και διασχίζοντας το νεκροταφείο.

Ναός Ταξιαρχών

Ο Ναός των Ταξιαρχών βρίσκεται στο βορειανατολικό τμήμα της Άνω Πόλης. Κτίστηκε πιθανώς τον 14ο αι. και είναι διώροφος με ταφική κρύπτη. Ο ξυλόστεγος στον όροφο ναός περιβάλλεται στις τρεις πλευρές του με περίστωο, ανοιχτό δυτικά και νότια. Εξωτερικά, το μνημείο διαρθρώνεται πλαστικά με τυφλά αψιδώματα και κτιστούς ημικίονες και οι τοιχοποιίες του καλύπτονται με κεραμοπλαστικό διάκοσμο. Στους πλευρικούς τοίχους του ισογείου διαμορφώνονται τάφοι με την μορφή κτιστών ακροσολίων. Ο ναός αποδίδεται σε καθολικό μονής με κοιμητήριο των μοναχών στο ισόγειο, έχει διατυπωθεί όμως και η υπόθεση ότι πρόκειται για μονόχωρο κοιμητηριακό ναό με ταφική κρύπτη άγνωστου μοναστικού συγκροτήματος. Από την αρχική τοιχογράφηση διασώθηκαν μόνο οι σκηνές της Ανάληψης και της Πεντηκοστής αντίστοιχα στο ανατολικό και δυτικό αέτωμα του κυρίως ναού.
Κατά την οθωμανική περίοδο μετατράπηκε σε τζαμί με την ονομασία İki Şerife Camii, λόγω του διπλού εξώστη του μιναρέ σε ανάμνηση, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, της αφιέρωσης του ναού στους Ταξιάρχες, Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο ναός υπέστη πολλές μετασκευές και η σημερινή μορφή είναι αποτέλεσμα της αναστήλωσης του 1953.
Στους νεότερους χρόνους διευρύνθηκε το νότιο σκέλος του περιστώου και προστέθηκε εξωνάρθηκας στα δυτικά, με αποτέλεσμα την αλλοίωση της μορφής του ναού.

Μπεζεστένι

Το Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης (κλειστή αγορά πολύτιμων ειδών και υφασμάτων) κτίστηκε πιθανότατα επί Σουλτάνου Μεχμέτ Β’ (1455-1459). Πρόκειται για έναν ορθογώνιο χώρο με τέσσερις εισόδους, μία στο μέσο κάθε πλευράς. Εσωτερικά επιμερίζεται σε έξι τετράπλευρους χώρους με τη βοήθεια διπλών τόξων που στηρίζονται σε δύο κεντρικούς πεσσούς. Οι τοιχοποιίες είναι κατασκευασμένες κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και επιστέφονται με οδοντωτά γείσα. Ο χώρος καλύπτεται με έξι ημισφαιρικούς μολυβδοσκέπαστους θόλους που στηρίζονται σε οκταγωνικά τύμπανα.
Στο Μπεζεστένι προσαρτήθηκαν σε διάφορες εποχές εξωτερικά καταστήματα στη μορφή αρχικά ξύλινων κατασκευών, με λειτουργίες διαφορετικές των εσωτερικών χρήσεων. Στο κτίριο πριν από την πυρκαγιά του 1917 φαίνεται ότι λειτουργούσαν συνολικά 113 καταστήματα. Μετά την πυρκαγιά υπέστη καταστροφές και πραγματοποιήθηκαν επεμβάσεις για την επαναλειτουργία του οικοδομήματος, που ολοκληρώθηκαν το 1927, ενώ προστέθηκαν καταστήματα εξωτερικά του κεντρικού χώρου που διατηρούνται έως σήμερα. Το μνημείο υπέστη σοβαρές βλάβες από τον σεισμό του 1978 και κατά τις περιόδους 1982-85 και 1993-96 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης και συντήρησης. Σήμερα το οικοδόμημα εξακολουθεί να λειτουργεί ως αγορά, κυρίως υφασμάτων, και ως επισκέψιμο μνημείο, όπου διενεργούνται και καλλιτεχνικές δράσεις, με ειδική διαμόρφωση του χώρου πάνω από το επίπεδο των καταστημάτων.

Κιβωτιόσχημος τάφος (Media/Public)

Στην περιοχή του Φοίνικα έχει αποκαλυφθεί εκτεταμένο νεκροταφείο (τέλη 5ου – μέσα 3ου αι. π.Χ.), στο οποίο, εκτός από τον μακεδονικό «τάφο του Φοίνικα», έχουν βρεθεί δεκάδες τάφοι διαφόρων τύπων, μεταξύ των οποίων και ένας αξιόλογος λιθόκτιστος κιβωτιόσχημος τάφος, που ανήκει πιθανώς σε άνδρα και χρονολογήθηκε στα 325-300 π.Χ. Εσωτερικά ο τάφος είναι διακοσμημένος με έγχρωμα κονιάματα και έναν περίτεχνο ανθοφόρο βλαστό που περιτρέχει τα τοιχώματα, θέμα αγαπητό στα ταφικά μνημεία του 4ου αι. π.Χ. Πάνω σε ξύλινη νεκρική κλίνη θα είχε τοποθετηθεί πολυτελές σκεύος με την τέφρα του νεκρού, το οποίο δεν διασώθηκε λόγω της τυμβωρυχίας. Από τη διακόσμηση της κλίνης αναφέρουμε χαρακτηριστικά τα τουλάχιστον τέσσερα επίχρυσα πήλινα πλακίδια που εικονίζουν γρύπες να σπαράσσουν ελάφι, προσφιλές διακοσμητικό στοιχείο των νεκρικών επίπλων αυτής της περιόδου. Επίχρυσα πήλινα κομβία με ανάγλυφες προτομές Αθηνάς προέρχονται πιθανώς από τον διάκοσμο του κλινοσκεπάσματος. Παρόλο που ο τάφος βρέθηκε συλημένος, διέφυγαν των τυμβωρύχων αρκετά κτερίσματα που διατηρούνται ακέραια ή σε αποσπασματική κατάσταση, όπως χρυσό και επίχρυσα χάλκινα στεφάνια, αργυρός κάνθαρος, πήλινα αγγεία, αλάβαστρα, επίχρυσες σιδερένιες στλεγγίδες και σιδερένιο ξίφος. Για τα ναύλα του ταξιδιού του στον άλλο κόσμο, ο νεκρός ήταν εφοδιασμένος με χρυσό νόμισμα Φιλίππου Β΄. Ο τάφος είναι σήμερα ορατός κάτω από γυάλινο δάπεδο, εξωτερικά της πρόσοψης πολυκαταστήματος ηλεκτρικών ειδών (πρώην Media Markt).

Βυζαντινό Λουτρό

Το Βυζαντινό Λουτρό βρίσκεται στην περιοχή Κουλέ Καφέ στις παρυφές της Άνω Πόλης, βορείως της βυζαντινής κιστέρνας της οδού Ολυμπιάδος. Το κτίσμα, που βάσει αρχιτεκτονικών, τυπολογικών και μορφολογικών, στοιχείων και δομικών χαρακτηριστικών, δύναται να χρονολογηθεί στο β΄ μισό του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα, λειτουργούσε ως λουτρό έως το 1940, με πολυάριθμες διαχρονικά επεμβάσεις για την προσαρμογή του στις λουτρικές συνήθειες των κοινωνιών διαφορετικών περιόδων. Παρά τις πολυάριθμες επεμβάσεις που υπέστη κατά τη διάρκεια των οκτώ και πλέον αιώνων λειτουργίας του, το μνημείο, διατηρεί την τυπική τριμερή διάταξη των βυζαντινών λουτρών, με ένα προθάλαμο που θα λειτουργούσε ως αποδυτήριο, δύο διμερείς υπόκαυστους χώρους, τον χλιαρό (χλιαροψύχριον) και τον θερμό (θερμολουτήριον), και υδατοδεξαμενή.
Το μνημείο (κηρυγμένο από το 1952) αποτελεί το μεγαλύτερο και πληρέστερα σωζόμενο βυζαντινό λουτρό από τα λιγοστά που διατηρήθηκαν στον Ελλαδικό χώρο, και το μοναδικό που διασώθηκε από τα πολυάριθμα λουτρά της Θεσσαλονίκης που αναφέρονται σε βυζαντινά κείμενα. Μετά την αποκατάστασή του χρησιμοποιείται σήμερα και ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.
Το βυζαντινό λουτρό της Άνω Πόλης συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).

Χαμζά Μπέη Τζαμί (Αλκαζάρ)

Στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου βρίσκεται το Χαμζά Μπέη τζαμί, γνωστό και ως «Αλκαζάρ», λόγω της λειτουργίας εκεί του ομώνυμου κινηματογράφου για μεγάλο τμήμα του 20ου αι. Πρόκειται για τον παλαιότερο σωζόμενο ισλαμικό χώρο λατρείας που κτίστηκε στην πόλη.
Το τέμενος του Χαμζά Μπέη σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή ιδρύθηκε το 1467/8 ως μεστζίτ με τρουλαία αίθουσα προσευχής και προστώο, ρεβάκ, στη βορειοδυτική όψη. Στα μέσα του 16ου αιώνα μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη περιστώου και μιναρέ. Στα τέλη του 16ου αιώνα, συγχρόνως με την αναδιάρθρωση της κιονοστοιχίας και την ανακατασκευή της ανωδομής του περιστώου, προστέθηκε στα δυτικά τρίπλευρη στοά, η οποία σε συνδυασμό με τη βορειοδυτική πτέρυγα του περιστώου δημιούργησε τετράπλευρο αίθριο, το μοναδικό του είδους σε τζαμί του βαλκανικού χώρου με εξαίρεση σουλτανικά καθιδρύματα στην Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη. Με εξαίρεση τα οθωμανικά κιονόκρανα της δυτικής στοάς του αιθρίου, τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του περιστυλίου είναι σπόλια της ύστερης αρχαιότητας και των βυζαντινών χρόνων.
Η επόμενη φάση του μνημείου που αναφέρεται σε επιγραφή του 1618/9 σχετίζεται με επισκευές στην ανωδομή και επιδιόρθωση των ανοιγμάτων του. Οι επεμβάσεις συνεχίστηκαν έως τις αρχές του 20ου αι. ενόσω το μνημείο λειτουργούσε ως μουσουλμανικό τέμενος, οπότε και στεγάστηκε το αίθριο με κεραμοσκεπή επί μεταλλικού σκελετού. Μετά το 1923 εντάχθηκε στα ανταλλάξιμα και περιήλθε σε ιδιώτη το 1928. Από το 1928 έως το 2006, όταν το μνημείο περιήλθε πλέον στην κυριότητα του Υπουργείου Πολιτισμού, λειτουργούσε ως εμπορικό κέντρο και κινηματογράφος έχοντας υποστεί εκτεταμένες επεμβάσεις που το κατέστησαν σχεδόν αγνώριστο. Η σύγχρονη παθολογία του μνημείου οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και επιβαρύνθηκε από τον σεισμό του 1978 αλλά και αργότερα. Από το 2007 και εξής ξεκίνησαν ποικίλες εργασίες τεκμηρίωσης, στερέωσης, αποκατάστασης και προστασίας του μνημείου. Το έργο της αποκατάστασης του μνημείου έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και βρίσκεται σε εξέλιξη.

Λουτρό Κανελλοπούλου

Τμήμα λουτρών (θερμών), εντοπίστηκε κατά την εκσκαφή οικοπέδου στη συμβολή των οδών Κανελλοπούλου και Καθ. Ευρυγένη. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ταυτίζονται με το caldarium (χώρος για το ζεστό νερό) των θερμών.