Το διάμεσο τείχος της οχύρωσης της Θεσσαλονίκης καταλήγει βορειοανατολικά στον Πύργο της Αλύσεως, ‘’Ζωσμένος Πύργος”, όπως μεταφράζεται η οθωμανική του ονομασία ‘’Τζιντζιρλή” ή “Κουσακλή Κουλέ”, λόγω του πώρινου κοσμήτη που τον περιβάλλει. Πρόκειται για κυκλικό πύργο που κατασκευάστηκε, όπως και ο Λευκός Πύργος, μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, τον 15ο αι., για να αντιμετωπίσει τις νέες τεχνικές πολέμου με την χρήση πυροβόλων όπλων. Όλος σχεδιασμός του εξυπηρετεί το σκοπό αυτό, όπως το μεγάλο πάχος των τοιχοποιιών του και το κυλινδρικό του σχήμα, που υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη εξοστρακισμού των βλημάτων και την εξασφάλιση εποπτείας της γύρω περιοχής.
Ο πύργος ενσωμάτωσε προγενέστερο τριγωνικό πρόβολο της βυζαντινής οχύρωσης, ο οποίος, με τη σειρά του αντικατέστησε τετραγωνικό πύργο του ρωμαϊκού τείχους στην θέση αυτή. Στην ενσωμάτωση του τετραγωνικού πύργου στον κυκλικό μέχρι το ύψος του δώματος οφείλεται η ιδιόμορφη εσωτερική διαμόρφωση των ορόφων και των κλιμακοστασίων στο βυζαντινό Τριγώνιο. Η είσοδος στον Πύργο γίνεται από τα δυτικά μέσω ξύλινης πλατφόρμας, που στηρίζεται σε σύγχρονη μεταλλική κατασκευή.
Ο πύργος έχει αναστηλωθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και είναι επισκέψιμος για το κοινό.
Ο μικρός ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος ταυτίστηκε παλαιότερα με το μονύδριο του κυρ Κύρου ή με παρεκκλήσιο της μονής του κυρ Ιωήλ. Πρόκειται για μονόχωρο τετράκογχο ναΐσκο, εγγεγραμμένο σε ορθογώνιο, που ίσως διέθετε πιόσχημη ημιυπαίθρια στοά. Φέρει ασυνήθιστα ψηλό για τις διαστάσεις του τρούλο. Ο νάρθηκας που σώζεται σήμερα είναι προσθήκη του 1936. Τάφοι βρέθηκαν εντός του ναού και περιμετρικά γύρω από αυτόν, στοιχείο που αποδεικνύει ότι πρόκειται για παρεκκλήσιο μονής γύρω από το οποίο θάβονταν οι μοναχοί. Δεν μετατράπηκε σε τζαμί κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Από τον 19ο αι. τουλάχιστον ανήκει στην κοντινή εκκλησία της Παναγούδας.
Μετά τους σεισμούς του 1978 το μνημείο βρέθηκε σε κατάσταση κατάρρευσης και στερεώθηκε κατά προτεραιότητα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Στη διάρκεια των αναστηλωτικών εργασιών αποκαλύφθηκαν στον τρούλο σπάνιες για τη θεματολογία τους τοιχογραφίες σε τρεις ζώνες: η Ανάληψη στην κορυφή του τρούλου, Προφήτες ανάμεσα στα παράθυρα και στην τρίτη ζώνη η παράσταση της Θείας Λειτουργίας. Με βάση το πρωτότυπο εικονογραφικό θέμα της Θείας Λειτουργίας και τον συσχετισμό του με την επικράτηση του Ησυχασμού οι τοιχογραφίες χρονολογούνται μεταξύ 1345-1350. Η χρονολόγηση μετά το 1340 επιβεβαιώνεται από νόμισμα που βρέθηκε στα δομικά κονιάματα του τρούλου.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).
Στις υπώρειες του δάσους του Σέιχ Σου, 1750μ. ανατολικά του σημείου που η επαρχιακή οδός Πυλαίας-Χορτιάτη τέμνει την Εσωτερική Περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης, βρίσκεται η τούμπα των Ελαιώνων.
Η θέση εντοπίστηκε το 1917/18, από τον αρχαιολόγο Léon Rey, ηγετικό μέλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Στρατιάς της Ανατολής, η οποία στρατοπέδευσε γύρω από τη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Από τη σύντομη ερευνητική ανασκαφή του γνωρίζουμε ότι η τούμπα έχει ανθρωπογενείς επιχώσεις, οι οποίες περιείχαν μάζες πηλού, καμένα ξύλα και πέτρες, από τους πηλόκτιστους τοίχους των κτισμάτων του οικισμού. Λίγα χρόνια μετά, το 1935, μια επιφανειακή έρευνα από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Μακεδονίας Ν. Κοτζιά, καθώς και νεότερες, επίσης επιφανειακές έρευνες, προσέφεραν στοιχεία για τη χρονολόγηση και την έκταση του οικισμού.
Η τούμπα σχηματίστηκε πάνω σε χαμηλό λοφίσκο, από τη συσσώρευση των καταλοίπων του οικισμού, ο οποίος φαίνεται ότι κατοικήθηκε κατά διαστήματα από το τέλος της Νεότερης Νεολιθικής (4500 π.Χ.) έως και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1000 π.Χ.). Επίσης, σε πλάτωμα στην ανατολική πλευρά της τούμπας εντοπίστηκε κεραμική και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αρχαϊκών και ελληνιστικών χρόνων.
Το Φρούριο του Βαρδαρίου, γνωστό ως Τοπ Χανέ, πύργος Όπλοστασίου, ή Ταμπά Χανέ ή και πύργος Βυρσοδεψίων, αποτελεί σημαντικό έργο της οχυρωματικής των Οθωμανών, επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566). Κτίστηκε στο ΝΔ άκρο των τειχών για την προστασία του λιμανιού. Διαμορφώθηκε ως πεταλόσχημης σχεδόν κάτοψης επέκταση στο νότιο πέρας του δυτικού σκέλους της παλιότερης πρωτοβυζαντινής/ βυζαντινής οχύρωσης, τμήματα της οποίας ενσωμάτωσε στην κατασκευή του. Από την παλιότερη οχύρωση διατηρείται ο νοτιότερος πύργος, γνωστός ως Πύργος του Αναγλύφου (από το ελληνιστικό ανάγλυφο που υπάρχει εντοιχισμένο στην ανατολική του όψη), καθώς και τμήμα τοιχοποιίας με αψιδώματα και φραγμένη πυλίδα της οχύρωσης του βυζαντινού λιμένα. Η κύρια είσοδος στο φρούριο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά, ενώ στη νοτιοδυτική υψώνεται μικρός οκταγωνικός πύργος. Η νότια πλευρά του περιβόλου του φρουρίου ενισχύθηκε εσωτερικά για να στεγάσει τρεις πυριτιδαποθήκες, που φέρουν επιγραφές με χρονολογία κατασκευής το 1841.
Στις αρχές του 20ου αι. στο χώρο του φρουρίου στεγάστηκε η Εφορεία Υλικού Πολέμου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά την ανέγερση του νέου δικαστικού μεγάρου, τμήμα του φρουρίου ενσωματώθηκε και διατηρείται στην εξωτερική ανοιχτή στοά της νοτιοανατολικής πλευράς. Στον περίβολο του φρουρίου οικοδομήθηκε το κτίριο του ΙΚΑ της Πύλης Αξιού, ενώ τμήματά του καταστράφηκαν κατά την διάνοιξη της οδού Φράγκων.
Αναστηλωτικές και στερεωτικές εργασίες έχουν συντελεστεί στο παρελθόν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία και συνεχίζει να μεριμνά για την προστασία του μνημείου.
Ο ναός της του Θεού Σοφίας (Αγία Σοφία) ανεγέρθηκε στον 7ο ή τον 8ο αι. πάνω στα ερείπια της παλαιότερης πεντάκλιτης βασιλικής και υπήρξε ο μητροπολιτικός ναός της Θεσσαλονίκης σε όλη τη βυζαντινή περίοδο, με εξαίρεση την εικοσαετία της Λατινοκρατίας (1204-1224), οπότε και έγινε καθεδρικός ναός των Λατίνων. Γύρω από το μνημείο διαμορφώνεται αύλειος χώρος που μαζί με το λεγόμενο αγίασμα του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου συνιστούν ενιαίο αρχαιολογικό χώρο.
Ο ναός ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο της τρουλαίας βασιλικής με περίστωο, μια απλοποιημένη εκδοχή της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης. Κυριαρχεί ο μεγάλος τρούλος, πάνω σε βαριά, κυβική βάση που φέρεται από τέσσερις βαθιές καμάρες. Οι καμάρες πατούν σε τέσσερεις ομάδες στηριγμάτων, σύνθετους πεσσούς και κίονες, που ορίζουν τον κεντρικό χώρο και σχηματίζουν τέσσερα υποτυπώδη γωνιακά διαμερίσματα. Στα ανατολικά του τρουλαίου πυρήνα αναπτύσσεται τριμερές ιερό ενώ από τις υπόλοιπες τρεις πλευρές περιβάλλεται από διώροφο περίστωο.
Από τον αρχικό ψηφιδωτό διάκοσμο του ναού διασώθηκαν παραστάσεις στο ιερό και στον τρούλο, όλες μεταγενέστερες της ίδρυσής του. Στην αψίδα του ιερού κυριαρχεί η μορφή της Παναγίας, καθισμένης σε θρόνο, με τον Χριστό στην αγκαλιά. Το ψηφιδωτό αυτό αντικατέστησε μεγάλο εικονομαχικό σταυρό, που διακρίνεται ακόμη αχνά στο χρυσό βάθος. Το κέντρο της καμάρας του ιερού καταλαμβάνει κυκλικό μετάλλιο με σταυρό, ενώ στις απολήξεις της καμάρας αναπτύσσεται τάπητας από επάλληλα τετράγωνα, που εγγράφουν σταυρούς και φύλλα φοίνικα. Στη βάση αυτών των συνθέσεων αναπτύσσεται επιγραφή με τα μονογράμματα των συναυτοκρατόρων Κωνσταντίνου Στ΄ και Ειρήνης και του επισκόπου Θεόφιλου, που είχε λάβει μέρος στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο, της Νίκαιας, το 787.
Στον τρούλο εικονίζεται η Ανάληψη: στο κέντρο ο Χριστός ευλογεί, καθισμένος σε ουράνιο τόξο που ανεβάζουν στον ουρανό δύο άγγελοι. Γύρω του στέκουν έκπληκτοι δώδεκα απόστολοι, η δεόμενη Παναγία και δύο άγγελοι που την περιστοιχίζουν. Το Όρος των Ελαιών αποδίδεται σαν μια ζώνη πολύχρωμων στρογγυλεμένων βράχων, ενώ δέντρα, ελιές και φοίνικες, περιβάλλουν τις επίγειες μορφές. Από τις τοιχογραφίες του 11ου αι στο νάρθηκα του ναού διατηρούνται μορφές μοναχών, μεταξύ των οποίων τοπικοί άγιοι της Θεσσαλονίκης, όπως η Αγία Θεοδώρα. Στο εσωτερικό του ναού εντοπίστηκαν ταφές των παλαιολόγειων χρόνων, που έχουν αποδοθεί σε μητροπολίτες και κληρικούς.
Ο ναός συνέχισε να λειτουργεί ως ορθόδοξη μητρόπολη για έναν σχεδόν αιώνα μετά την οθωμανική κατάκτηση. Μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος το 1523/4 (σύμφωνα με την χαμένη σήμερα επιγραφή της εισόδου) και παρέμεινε χώρος λατρείας για τους μουσουλμάνους με την ονομασία Ayasofya Camii έως την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, οπότε και αποδόθηκε εκ νέου στη χριστιανική λατρεία. Εκτεταμένες ζημιές υπέστη το κτίσμα από την πυρκαγιά του 1890, ενώ μεγάλης κλίμακας εργασίες εξωραϊσμού πραγματοποιήθηκαν από τις οθωμανικές αρχές την περίοδο 1908-1910 υπό τον βυζαντινολόγο Κάρολο Ντηλ. Κατά τη φάση λειτουργίας του ως τεμένους έφερε στη δυτική πλευρά του προστώο με οξυκόρυφα τόξα και οκτώ κίονες, αμέσως νότια του οποίου υψωνόταν τυπικής μορφής μιναρές. Στη ΒΔ γωνία του τεμένους υπήρχε πύργος ανόδου προς τα υπερώα, ο οποίος κατά τη Θεοχαρίδου σχετίζεται με τον αρχικό μιναρέ. Στο προαύλιο του τεμένους υπήρχαν ακόμη συνεχόμενα στην πρόσοψη οικοδομήματα που χρησίμευαν ως οθωμανικά σχολεία και νοσοκομεία, που καταστράφηκαν από την πυρκαγιά του 1890. Αντίθετα ο μιναρές της ΝΔ γωνίας κατεδαφίστηκε στα 1925 και το δυτικό προστώο το 1948, ενώ διατηρείται μέχρι σήμερα ο ΒΔ πύργος-κλιμακοστάσιο.
Ο ναός της Αγίας Σοφίας συγκαταλέγεται στα Μνημεία Παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.
Ο ναός της Παναγίας των Χαλκέων βρίσκεται στο κέντρο της εντός των τειχών πόλης, αμέσως βόρεια της άλλοτε βυζαντινής Λεωφόρου. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή στο μαρμάρινο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου ο ναός κτίστηκε στα 1028 από τον αξιωματούχο Χριστόφορο Πρωτοσπαθάριο και κατεπάνω Λαγουβαρδίας. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με διώροφο νάρθηκα στα δυτικά. Είναι κτισμένος αποκλειστικά με πλίνθους, στο κόκκινο χρώμα των οποίων οφείλεται και η ονομασία «Κόκκινη εκκλησιά». Στον βόρειο τοίχο διαμορφώνεται αρκοσόλιο που αποδίδεται στον τάφο του κτήτορα.
Ο ναός διαθέτει αρχιτεκτονικά γλυπτά (κιονόκρανα, γείσα, κοσμήτες) που κατασκευάστηκαν ειδικά για αυτόν και κοσμούνται με εξώγλυφους και έγγλυφους πυροστρόβιλους, σταυρούς, ρόδακες κ.ά. Στο εσωτερικό διατηρούνται σε μεγάλη έκταση τοιχογραφίες του 11ου αι., σύγχρονες με την ανέγερση του ναού, όπως προκύπτει από γραπτή επιγραφή στην καμάρα του ιερού βήματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η παράσταση της Ανάληψης στον τρούλο, όπως στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης, και η Δευτέρα παρουσία στον νάρθηκα. Οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου του 14ου αι. σώζονται στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού, ενώ οι τοιχογραφίες του 12ου αι. που υπήρχαν στον νάρθηκα έχουν απωλεσθεί. Εξωτερικά απολεπισμένη γραπτή ζωφόρος διέρχεται κάτω από τον κοσμήτη στη νότια πλευρά του μνημείου.
Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί με το όνομα Kazancilar (Καζαντζιλάρ) τζαμί (= τζαμί των Χαλκωματάδων). Η επαγγελματική παράδοση επεξεργασίας και πώλησης χάλκινων ειδών στην περιοχή διατηρείται ως τις μέρες μας. Η ταύτιση του ναού είχε απασχολήσει από παλιά την έρευνα: έχει προταθεί η ταύτιση με την Καμαριώτισσα, την Καταφυγή και με το καθολικό της Μονής Περιβλέπτου, πρόταση που πρόσφατα επαναδιατυπώθηκε.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika). Μετά τους σεισμούς του 1978 πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης του μνημείου και συντήρησης των τοιχογραφιών του.
Ο μη σωζόμενος σήμερα ναός του Αγ. Νικολάου, ο επονομαζόμενος «Τρανός», ανεγέρθηκε το 1864 στη θέση παλαιότερου ναού του 1722, όπου προϋπήρχε ακόμα παλαιότερος ναός των βυζαντινών χρόνων. Βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, νοτιοανατολικά της ρωμαϊκής αγοράς, στην γειτονιά των εύπορων Ελλήνων και ήταν γνωστός και ως Άγιος Νικόλαος Αρχοντικός
Ο ναός του Αγίου Νικολάου, τον οποίο ο φιλόλογος Πέτρος Παπαγεωργίου χαρακτήριζε ως τον «μέγιστον καί περικαλλέστατον τών νΰν εν χρήσει δντων ναών» υπήρξε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο, που ακολουθούσε τον τύπο της τρίκλιτης τρουλλαίας βασιλικής με πιόσχημο περίστωο με γυναικωνίτη στον όροφο. Δύο πυργόσχημα κωδωνοστάσια υψώνονταν στα άκρα της δυτικής πλευράς. Οι εξωτερικές όψεις ήταν οργανωμένες σύμφωνα με τα κλασικιστικά πρότυπα, ενώ ενδιαφέρον παρουσίαζαν τα αετώματα της ανατολικής και δυτικής όψης που κοσμούνταν με τετράφυλλο και αχλαδόσχημους φεγγίτες, στοιχεία που παραπέμπουν στο μπαρόκ. Μετά την πυρκαγιά του 1890, που κατέστρεψε τον μέχρι τότε παραθαλάσσιο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, λειτούργησε για μεγάλο διάστημα ως μητροπολιτικός ναός της πόλης.
Ο ναός καταστράφηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και δεν ανοικοδομήθηκε, καθώς δεν συμπεριλήφθηκε στο νέο σχέδιο πόλης. Στο οικόπεδο φιλοξενήθηκαν μετά το 1922 προσφυγικές εγκαταστάσεις, ενώ το 1935 ανεγέρθηκε στη θέση του ένας μικρός ναός, που διατηρείται μέχρι σήμερα. Σχέδια για ανέγερση του Μεγάρου της Αστυνομίας στο χώρο τελικά δεν υλοποιήθηκαν. Ανασκαφική έρευνα στο οικόπεδο κατά τα έτη 1973 και 1976-77 αποκάλυψε τμήματα του μεγάλου καμένου ναού, καθώς και προγενέστερα λείψανα.
Θριαμβικό τόξο ή αψίδα, γνωστή ως Καμάρα. Εξαιτίας του σωζόμενου διακόσμου της που σχετίζεται με τη βαρυσήμαντη νικηφόρα εκστρατεία του Καίσαρα Γαλέριου κατά των Περσών χρονολογείται στο διάστημα μεταξύ 298 και 305 μ.Χ., ενώ θεωρείται πιθανό το μνημείο να εγκαινιάστηκε το 303 μ.Χ. Η κατασκευή της συσχετίζεται με την ανακήρυξη της Θεσσαλονίκης ως περιφερειακής αυτοκρατορικής έδρας του ανατολικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τον σχεδιασμό και την έναρξη κατασκευής του Γαλεριανού Συγκροτήματος.
Το μνημείο είναι ένα τετράπυλο, σύνηθες σε διασταυρώσεις οδικών αξόνων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ενώ στην τελική μορφή του ουσιαστικά οκτάπυλο με τέσσερις κεντρικούς ογκώδεις πεσσούς και τέσσερις δευτερεύοντες πεσσούς πλευρικά (βόρεια και νότια). Το μνημείο είναι κατασκευασμένο από χυτή τοιχοποιία, μάρμαρο, αρχιτεκτονικά μέλη σε β’ χρήση και πλινθοδομή στο ανώτερο τμήμα. Οι πεσσοί συνδέονταν μεταξύ τους µε ημικυλινδρικές καμάρες και σχημάτιζαν τοξωτά ανοίγματα προς τα ανατολικά και δυτικά εκ των οποίων το μεσαίο ήταν φαρδύτερο και ψηλότερο. Οι τέσσερις κεντρικοί πεσσοί ήταν μεγαλύτεροι από τους εξωτερικούς, έφεραν μαρμάρινες πλάκες µε ανάγλυφη διακόσμηση και υποβάσταζαν θόλο.
Σήμερα σώζονται οι δύο κεντρικοί πεσσοί και ο ένας δευτερεύων πεσσός του δυτικού τμήματος. Το κεντρικό τοξωτό άνοιγμα είναι πλάτους 9,70μ. και ύψους 12,50μ. και το μικρότερο πλάτους 4,85μ. και ύψους 6,50μ. Στην πλίνθινη ανωδομή της δυτικής πρόσοψης του μνημείου διατηρούνται δύο κόγχες που θα έφεραν αγάλματα. Ο χρόνος και οι λόγοι καταστροφής του μνημείου παραμένουν άγνωστοι. Οι παλαιότερες μαρτυρίες για το σωζόμενο ιστάμενο τμήμα της Αψίδας, σε επαφή με το οποίο κτίστηκαν σπίτια και καταστήματα, ανάγονται στα τέλη του 16ου αι.
Το μνημείο ήταν κτισμένο στη διασταύρωση δύο αξόνων: της «πομπικής οδού», η οποία ξεκινούσε από τη βόρεια όψη του και κατέληγε στη νότια πύλη του περίβολου της Ροτόντας, και της κεντρικής οδικής αρτηρίας της πόλης στον άξονα Δ-Α (decumanus maximus, Μέση ή Λεωφόρος της βυζαντινής περιόδου). Η οδός περνούσε ανάμεσα από τους κεντρικούς πεσσούς της Αψίδας και κατέληγε στην Κασσανδρεωτική πύλη του ανατολικού τείχους (στο ύψος της πλατείας Σιντριβανίου). Στο τμήμα αυτό η οδός είχε πλάτος περίπου 10,00µ. και πλαισιωνόταν από στοές, οι οποίες κατέληγαν στα ανοίγματα των μικρών πεσσών του μνημείου. Κατά μήκος των στοών, που είχαν πλάτος 5,50µ. περίπου, και πίσω από αυτές, ανοίγονταν καταστήματα. Σε άμεση επαφή με τους νότιους μικρούς πεσσούς της Αψίδας υπήρχε μεγάλος ορθογώνιος προθάλαμος (vestibulum), διαστάσεων 42,70×17,65μ., κατάλοιπα του οποίου βρέθηκαν κάτω από το οδόστρωμα της Εγνατίας. Το δάπεδό του έφερε ψηφιδωτό με γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα. Στον νότιο τοίχο του υπήρχε άνοιγμα περίπου 18,00μ. από όπου ξεκινούσε μνημειακή μαρμάρινη κλίμακα, μήκους 4,00μ.
Οι δύο σωζόμενοι κεντρικοί πεσσοί φέρουν ανάγλυφο διάκοσμο, τα εικονογραφικά θέματα του οποίου διαρθρώνονται σε 28 ανάγλυφες σκηνές οι οποίες αναπτύσσονται σε ζώνες, από τέσσερις στις τρεις πλευρές τους και από δύο σε κάθε πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τους δευτερεύοντες πεσσούς. Κάθε ζώνη έχει διαφορετικό πλάτος. Η πρώτη ζώνη από πάνω έχει πλάτος 1,00μ., η δεύτερη 1,20μ., η τρίτη 1,19μ. και η τέταρτη 1,21μ. Οι ζώνες των ανάγλυφων χωρίζονται από μαρμάρινους δόμους με καμπυλόσχημη επιφάνεια, διακοσμημένη με πλοχμούς από δαφνόφυλλα, που τους συγκρατούν ταινίες δεμένες κατά διαστήματα ή με γιρλάντες από κλαδιά και ρόδακες. Η τελευταία ζώνη των ανάγλυφων ορίζεται στο κατώτερο τμήμα από τις βάσεις των πεσσών.
Οι πρώτες στερεωτικές εργασίες του μνημείου έγιναν επί τουρκοκρατίας (1889), ενώ έως το 1939 διερευνήθηκε από ξένους ερευνητές (K. F.Kinch, E. Hébrard, E.Dyggve). Το 1952 έγιναν σε ευρεία έκταση στερεωτικές και συντηρητικές εργασίες στις επιφάνειες των δύο κεντρικών πεσσών. Το 1954, με την εκτροπή της σύγχρονης οδού Εγνατίας στα νότια του μνημείου, η στάθμη κατέβηκε στο σημερινό επίπεδο και εμφανίστηκαν οι βάσεις των πεσσών. Το διάστημα 1991-2000 η ΙΣΤ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε συντήρηση, στερέωση και καθαρισμό των μαρμάρινων ανάγλυφων. Τέλος, το 2020-2021 πραγματοποιήθηκαν εκ νέου εργασίες συντήρησης, στερέωσης και καθαρισμού από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.
Ο ναός του Αγίου Παντελεήμονα βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της εντός των τειχών περιοχής της Θεσσαλονίκης, κοντά στην Κασσανδρεωτική Πύλη. Χρονολογείται στα τέλη του 13ου αι. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου, με τρουλλαίο νάρθηκα και εξωτερική περιμετρική στοά (περίστωο). Δύο τρουλλίσκοι, υπήρχαν άλλοτε στο περίστωο στον κατά πλάτος άξονα του ναού. Η στοά σήμερα έχει καταρρεύσει στο μεγαλύτερο τμήμα της, διατηρούνται όμως τα δύο παρεκκλήσια στην ανατολική απόληξη του βόρειου και νότιου σκέλους. Το περίστωο αποτελεί τυπικό χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής των βυζαντινών ναών της Θεσσαλονίκης ιδίως στους υστεροβυζαντινούς ναούς. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ναού ακολουθούν τα πρότυπα των μεσοβυζαντινών ναών της Κωνσταντινούπολης με στοιχεία της τοπικής αρχιτεκτονικής της Θεσσαλονίκης. Στην Πρόθεση, το Διακονικό και τα παρεκκλήσια διατηρούνται λιγοστές τοιχογραφίες που ανάγονται στις αρχές του 14ου αι. και αποδίδονται εργαστήρια που δραστηριοποιούνται στην πόλη, στο Άγιον Όρος και στις περιοχές του πάλαι ποτέ σερβικού κράτους.
Στην διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας μετατράπηκε σε τζαμί, με την ονομασία İshakiye τζαμί, από το οποίο διατηρείται η βάση του μιναρέ και η μαρμάρινη φιάλη στην αυλή. Η παλαιότερη έρευνα ταύτιζε τον ναό με το καθολικό της Μονής Περιβλέπτου, άποψη που έχει αμφισβητηθεί, ενώ πρόσφατα προτάθηκε η ταύτιση με το καθολικό της μονής Παντοδυνάμου.
Ο ναός συγκαταλέγεται στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO (Paleochristian and Byzantine Monuments of Thessalonika).
Στην ίδια θέση όπου βρίσκεται το σημερινό μοναστήρι της Αγίας Θεοδώρας, στο κέντρο της πόλης, υπήρχε ομώνυμη μονή της βυζαντινής περιόδου. Σύμφωνα με τις πηγές, η βυζαντινή μονή, ήταν αφιερωμένη αρχικά στον Άγιο Στέφανο, όπου μόνασε η τοπική αγία από τον 9ο αι. (837) και έως το θάνατό της. Ως Αγία Θεοδώρα μνημονεύεται από τον 14ο αι., μετά την ανακομιδή στο καθολικό της μονής του μυρόβλητου λειψάνου της. Ο βυζαντινός ναός ακολουθούσε πιθανόν τον αρχιτεκτονικό τύπο του γειτονικού ναού της Αγίας Σοφίας και μαρτυρείται σε πηγές της περιόδου με το προσωνύμιο «μικρή Αγία Σοφία».
Η μονή συνέχισε να λειτουργεί κατά την οθωμανική περίοδο, γνωστή με την ονομασία Kizlar Manastir (μονή των κοριτσιών), και το καθολικό της δέχτηκε ανακαινίσεις και μετασκευές (μετά την πυρκαγιά του 1620 και στα 1707). Μέσα στον 18ο αι. το καθολικό μετατρέπεται σε ενοριακό ναό της μικρής ελληνικής συνοικίας, που δημιουργήθηκε στην έκταση της παλιάς μονής. Ο ενοριακός αυτός ναός κάηκε στην πυρκαγιά του 1890 αλλά επισκευάστηκε και ξαναλειτούργησε, για να καταστραφεί ολοσχερώς κατά την πυρκαγιά του 1917. Τμήμα του ναού εντοπίστηκε ανασκαφικά. Ο σημερινός νεοβυζαντινός ναός ανεγέρθηκε το 1935 πλησίον του κατεστραμμένου ναού, προκειμένου να τον αντικαταστήσει λειτουργικά. Από το 1974 λειτουργεί ως ανδρική μονή. Τμήμα του παλιότερου ναού εντοπίστηκε ανασκαφικά το 1999 στο πλαίσιο εργασιών για την ανέγερση νέας πτέρυγας της μονής.