Τείχη – Οχύρωση
Ο οχυρωματικός περίβολος της Θεσσαλονίκης διαχώριζε τον αστικό χώρο από την ύπαιθρο χώρα, ενώ πύλες ανοίγονταν στα σημεία σύνδεσης βασικών οδικών αρτηριών της ενδοχώρας με τις κεντρικές οδούς του πολεοδομικού ιστού. Από τις βυζαντινές πηγές γνωρίζουμε ότι υπήρχαν τέσσερις κύριες πύλες που ανοίγονταν στο δυτικό (Χρυσή και Ληταία) και στο ανατολικό (Κασσανδρεωτική και Νέα Χρυσή) σκέλος των τειχών, στις απολήξεις των οριζόντιων οδών (decumani), ενώ μικρότερες κυρίως πύλες ανοίγονταν σε άλλα σημεία για να εξυπηρετήσουν την επικοινωνία εντός και εκτός της οχύρωσης, το λιμάνι ή να καλύψουν στρατιωτικές ανάγκες.
Τα ιστορικά γεγονότα τεκμηριώνουν την ύπαρξη οχυρωματικού περιβόλου ήδη από την εποχή ίδρυσης της πόλης από τον Κάσσανδρο, στα 316/15 π.Χ. Ωστόσο, τα ακριβή όρια της τειχισμένης ελληνιστικής πόλης παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα, όπως, επίσης, η θέση και τα όρια της ελληνιστικής ακρόπολης. Κατά σημεία, στα ψηλά τμήματα της πόλης και τουλάχιστον μέχρι την οδό Κασσάνδρου, η πορεία των ελληνιστικών τειχών συνέπιπτε με τις μεταγενέστερες χαράξεις.
Την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους ακολουθεί μια μακρά περίοδος, κατά την οποία τα τείχη της πόλης πιθανότατα εγκαταλείφθηκαν για τουλάχιστον έναν αιώνα. Οι ιστορικές πηγές και τα ανασκαφικά δεδομένα επιβεβαιώνουν μια εκτενή οχυρωματική αναμόρφωση του αμυντικού συστήματος της πόλης, υπό τις απειλές των επιδρομών από τα βόρεια, η οποία φέρει ορθογώνιους πύργους και υλοποιείται τμηματικά και με διάφορες τεχνικές δόμησης, κατά τον 3ο αι. μ.Χ. και μέχρι τους χρόνους του Κωνσταντίνου Α΄. Στα ανατολικά τα όρια της ρωμαϊκής οχύρωσης διευρύνονται, για να συμπεριλάβουν την περιοχή, όπου θα ανεγερθεί το γνωστό ως ανακτορικό συγκρότημα του Γαλερίου.
Κατά τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους (στα τέλη του 4ου αι. ή σύμφωνα με τη νεότερη έρευνα στο β΄ μισό του 5ου αι.) υλοποιείται νέο οχυρωματικό πρόγραμμα, με την οικοδόμηση του λεγόμενου «θεοδοσιανού» τείχους, εφαπτόμενου στην εξωτερική παρειά της προγενέστερης οχύρωσης. Έως τον 7ο αι. ο οχυρωματικός περίβολος δέχτηκε τέσσερις τουλάχιστον κύριες ενισχύσεις και ανακατασκευές, σε όλη την περίμετρό του. Βόρειο όριο της οχύρωσης αποτελούσε το διάμεσο τείχος, μεταξύ της Άνω Πόλης και της μεταγενέστερης Ακρόπολης. Στα πεδινά τμήματα ισχυροί τριγωνικοί πρόβολοι εναλλάσσονταν με ορθογώνιους πύργους, ενώ εξωτερικά το τείχος ενισχύθηκε με προτείχισμα. Από την πλευρά της θάλασσας την πόλη προστάτευε χαμηλό θαλάσσιο τείχος.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο ο περίβολος των τειχών συνεχίζει να πατά πάνω στις ίδιες γραμμές χάραξης. Βόρεια του εξωτερικού πρωτοβυζαντινού τείχους διαμορφώνεται η βυζαντινή Ακρόπολη με το φρούριο του Επταπυργίου στην κορυφή της, ακολουθώντας την ίδια διάταξη εναλλαγής ορθογώνιων και τριγωνικών προβόλων στα ευπρόσβλητα σημεία. Οι διαρκείς συντηρήσεις και οικοδομικές επεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν εχθρικές επιδρομές ή επισκευές μετά από σεισμούς ανιχνεύονται σε επιμέρους τμήματα των τειχών και χρονολογούνται με κτητορικές επιγραφές και κεραμοπλαστικά μονογράμματα (όπως το ΒΔ τμήμα της οχύρωσης, που αποτελεί κατασκευή των χρόνων του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου μεταξύ των ετών 1369-1373).
Μετά την κατάκτηση της πόλης το 1430, οι Οθωμανοί ενίσχυσαν την υπάρχουσα βυζαντινή οχύρωση, προσαρμόζοντάς την στις νέες τεχνικές του πολέμου που επέβαλε η ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων με την χρήση της πυρίτιδας από τα μέσα του 15ου αι. και μετά. Πραγματοποιούνται την περίοδο αυτή επεμβάσεις σε κομβικά αμυντικά σημεία της οχύρωσης, κυρίως στους γωνιαίους πύργους και την Ακρόπολη, που μετατράπηκαν σε οχυρά φρούρια. Ήδη αμέσως μετά την κατάκτηση αναδιαμορφώνεται από τον πρώτο οθωμανό διοικητή της πόλης το φρούριο του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ). Στα χρόνια του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-1566) ανεγείρεται στο ΝΔ άκρο της οχύρωσης το Φρούριο του Βαρδαρίου (γνωστό ως Τοπ Χανέ) για την προστασία του λιμένα και αντίστοιχα στα ανατολικά, στη συμβολή του χερσαίου με το θαλάσσιο τείχος, προστίθεται -στη θέση παλιότερου βυζαντινού πύργου- φρουριακή κατασκευή (Φρούριο της Καλαμαρίας), στη μορφή οχυρού πολυγωνικού περιβόλου, που περιέκλειε κυκλικό πύργο (Κανλί Κουλέ ή Πύργος του Αίματος), τον γνωστό μέχρι σήμερα Λευκό Πύργο. Ανάλογος κυκλικός πύργος, γνωστός ως Πύργος της Αλύσεως (Τζιντζιρλί Κουλέ), κατασκευάζεται στη βόρεια απόληξη του ανατολικού σκέλους της οχύρωσης, στην περιοχή που ήταν γνωστή στα βυζαντινά χρόνια ως Τριγώνιον, ενσωματώνοντας, επίσης, προγενέστερο βυζαντινό πύργο.
Τα τείχη που περιέβαλαν την πόλη της Θεσσαλονίκης από ξηρά και θάλασσα σε μια περίμετρο περίπου 8 χλμ. διατηρούνταν στο σύνολό τους έως τους νεότερους χρόνους. Το θαλάσσιο τείχος και τμήματα των πεδινών χερσαίων τειχών (κυρίως στο ανατολικό σκέλος της οχύρωσης) κατεδαφίζονται σταδιακά στα τέλη του 19ου αι., στο πλαίσιο αστικών μετασχηματισμών και εκσυγχρονισμού της πόλης από τις οθωμανικές αρχές. Σωστικές ανασκαφές των τελευταίων δεκαετιών έχουν φέρει ξανά στο φως κατάλοιπα από τα κατεδαφισμένα αυτά τείχη, τα οποία, με προσπάθειες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, έχουν διατηρηθεί σε αρκετές περιπτώσεις ορατά στον σύγχρονο αστικό ιστό και αποτελούν μαζί με τα μη κατεδαφισμένα τμήματα των τειχών ένα μνημειακό σύνολο και μάρτυρα της περίκλειστης πόλης του παρελθόντος.