Skip to main content
Skip to main content
Αρχαιολογικός χώρος

Σταθμός Βενιζέλου, ΜΕΤΡΟ

Ο Σταθμός Βενιζέλου χωροθετείται εντός του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης, στη συμβολή των οδών Εγνατία και Βενιζέλου, σε άμεση γειτνίαση με ιστάμενα μνημεία του 15ου αι.: το πρώτο τέμενος της πόλης, το Χαμζά Μπέη τζαμί (1467-68), και την κλειστή αγορά του Μπεζεστενίου (1455-1459), που διατηρεί τον ίδιο χαρακτήρα ως τις μέρες μας.
Με αφορμή την κατασκευή του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου, η ανασκαφή κάλυψε έκταση περίπου 3.000 τ.μ., σε επιχώσεις πάχους 9μ., φέρνοντας στο φως τη διαχρονικά κομβική διασταύρωση δύο κεντρικών οδικών αρτηριών της πόλης, στη χάραξη των σημερινών οδών Εγνατία και Βενιζέλου, καθώς και τα εκατέρωθέν της οικοδομικά τετράγωνα. Η μεγάλης κλίμακας ανασκαφική έρευνα συνέβαλε στην τεκμηρίωση της ιστορίας της πόλης από την ίδρυσή της έως τις αρχές του 20ου αι., μαρτυρώντας τη διαχρονία της Θεσσαλονίκης, η οποία διατηρεί αναλλοίωτη στους αιώνες την πολεοδομική της οργάνωση.

Ελληνιστική / Ρωμαϊκή περίοδος
Η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως πλήθος κινητών ευρημάτων και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, σε πυκνή επαλληλία οικοδομικών φάσεων, από τον 3ο αι. π.Χ. έως και τον 3ο αι. μ.Χ., φανερώνοντας τη συνεχή και αδιάλειπτη κατοίκηση της Θεσσαλονίκης, και στα πεδινά τμήματά της, από την ίδρυσή της επί Κασσάνδρου το 316/315 π.Χ., η οποία αναπτύχθηκε σύμφωνα με το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αφορούν σε ισχυρό δίκτυο υποδομών, κάτω από τα καταστρώματα των δύο κεντρικών δρόμων, που μαρτυρεί κρατική μέριμνα, καθώς και σε πυκνοδομημένο ιστό με δημόσια κτήρια, σε επάλληλες φάσεις, στην πρώτη οικοδομική νησίδα ΝΑ της διασταύρωσης των οδικών αξόνων. Στους ίδιους οδικούς άξονες, με μικρές μετατοπίσεις, αποκαλύφθηκαν τα καταστρώματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής κεντρικής οδού, η οποία στα νότιά της πλαισιωνόταν με πεσσοστήρικτη στοά, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση προς την οικοδομική νησίδα.
Ιδιαίτερα ευρείς χώροι κατά μήκος του κεντρικού οδικού άξονα και ένα εξαιρετικά μεγάλο σύνολο εμπορικών αμφορέων του 2ου αι. π.Χ. μπορούν με μεγάλη ασφάλεια να βεβαιώσουν τον δημόσιο χαρακτήρα σε αυτή την θέση της αρχαίας Θεσσαλονίκης. Ένα εκτεταμένο στρώμα πυρκαγιάς που κατέστρεψε τμήμα του οικοδομικού ιστού, φτάνοντας στα νότια της κεντρικής οδού, με εξαιρετικής ποιότητα κεραμική του 3ου-2ου αι. π.Χ., θα μπορούσε να σχετισθεί με τη διαταγή του βασιλιά Περσέα το 169 π.Χ. να καούν τα νεώρια της πόλης, μόλις πληροφορήθηκε την άφιξη των Ρωμαίων στο Ηράκλειο της Πιερίας, όπως αναφέρει ο Τίτος Λίβιος (XLIV 10). Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των οικοδομικών νησίδων πιστοποιούν την έκταση της πόλης στα πεδινά τμήματά της και κοντά στο θαλάσσιο μέτωπο. Το πλήρες πλάτος του κεντρικού δρόμου που αντιστοιχεί στον decumanus δεν έχει εντοπισθεί, καθώς χάνεται κάτω από τον βόρειο διαφραγματικό τοίχο του τεχνικού έργου, με ορατό πλάτος που φθάνει τα 10μ., στοιχείο που επιβεβαιώνει τη μνημειακότητα της πόλης. Από τα κινητά ευρήματα προκύπτουν μικτές χρήσεις, οικιακές και εργαστηριακές-εμπορικές, ενώ η εύρεση αντικειμένων που σχετίζονται με τη θρησκεία-λατρεία παραπέμπει πιθανότατα σε χώρο δημόσιας χρήσης, αγοράς, με χώρους εμπορικούς αλλά και λατρείας της ύστερης ελληνιστικής περιόδου. Αξιόλογο εύρημα αποτέλεσε το λουτρικό συγκρότημα με συνεχή χρήση από τον 1ο αι μ.Χ., οι χώροι του οποίου κατά τον 2ο αι. μ.Χ. κοσμήθηκαν με ψηφιδωτό δάπεδο με γεωμετρικά μοτίβα και ανθρώπινες μορφές, το οποίο σώθηκε αποσπασματικά λόγω της μακράς διάρκειας χρήσης του.

Πρωτοβυζαντινή περίοδος
Στους πρωτοβυζαντινούς χρόνους το αστικό τοπίο αποκτά μνημειακή μορφή. Στο δεύτερο μισό του 4ου αι. οι δρόμοι ανακατασκευάζονται, επιστρώνονται με μαρμάρινες πλάκες και πλαισιώνονται με κιονοστήρικτες στοές, από τις οποίες διατηρούνται οι στυλοβάτες και οι μαρμάρινες βάσεις των κιόνων. Ο κεντρικός δρόμος στον άξονα Α-Δ, ο decumanus maximus, που διέσχιζε την τειχισμένη πόλη και συνέδεε τη Χρυσή Πύλη στα δυτικά με την Κασσανδρεωτική στα ανατολικά, αποκαλύφθηκε εντός των ορίων του σταθμού σε μήκος 77μ. Ενώ ο κύριος κάθετος δρόμος, cardo, ο οποίος συνέδεε το βόρειο σκέλος των τειχών με τον λιμένα που κατασκεύασε ο Μέγας Κωνσταντίνος στα χρόνια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη (322-323), εντοπίστηκε σε μήκος 49μ. Την εποχή αυτή, στη ΒΑ γωνία της συμβολής του decumanus με τον cardo στο ύψος της οδού Βενιζέλου, ανεγείρεται κρηναίο οικοδόμημα, πιόσχημο σε κάτοψη, που παραμένει σε χρήση έως τον 7ο αι. Στην οικοδομική νησίδα ΝΑ της διασταύρωσης το λουτρικό συγκρότημα, με εισόδους και προς τους δύο δρόμους, λειτουργεί έως και τον 7ο αι. Ωστόσο, διαπιστώνονται αλλαγές στη διάταξη των χώρων του, καθώς η αίθουσα με το ψηφιδωτό δάπεδο της προγενέστερης ρωμαϊκής περιόδου επιχώνεται και μετατρέπεται σε θερμό χώρο, από τον οποίο διατηρούνται τα υπόκαυστα (χαμηλοί υπόγειοι χώροι με πήλινους πεσσίσκους όπου διοχετευόταν ζεστός αέρας θερμαίνοντας τα δάπεδα των υπερκείμενων αιθουσών).
Δραστικός πολεοδομικός ανασχεδιασμός συντελείται στη Θεσσαλονίκη λίγο αργότερα, στα τέλη του 5ου αι. – αρχές 6ου αι. (π. 500 μ.Χ.). Μεγάλο τμήμα του κεντρικού οδικού άξονα, decumanus maximus, μετασκευάζεται εκ νέου, διαπλατύνεται και επιστρώνεται με ορθογώνιες πλάκες από μεταμορφωσιγενές πέτρωμα. Στη διασταύρωση του decumanus με τον cardo στο ύψος της οδού Βενιζέλου, υψώνεται μνημειακό οικοδόμημα – τετράπυλο, το οποίο αποτελείται από 16 πεσσούς με τοξωτά μεταξύ τους ανοίγματα. Οι πεσσοί διαμορφώνουν τρεις παράλληλες στοές στον άξονα του κάθε δρόμου, εκ των οποίων η κεντρική στοά στεγάζει το αμαξιτό τμήμα των οδών, ενώ οι δύο πλευρικές τα εκατέρωθεν πεζοδρόμια. Παράλληλα, την ίδια χρονική περίοδο, ανατολικά της διασταύρωσης και νοτίως του διευρυμένου decumanus maximus, διαμορφώνεται ανοιχτός δημόσιος χώρος / πλατεία με άμεση πρόσβαση προς τον δρόμο. Η ημικυκλική μαρμαρόστρωτη πλατεία πλαισιώνεται από στοές, στο μέσον της οποίας ορθώνεται τετράστυλο «βήμα» με λίθινους πεσσούς. Η πλατεία με τις στοές της, από τις οποίες διατηρούνται στυλοβάτες με κατά χώραν τις μαρμάρινες βάσεις των κιόνων και γωνιακοί πλινθόκτιστοι πεσσοί, αποκαλύφθηκε σε έκταση 600 τ.μ., ενώ μεγάλο μέρος της εκτείνεται εκτός των ορίων του τεχνικού έργου.

Βυζαντινή περίοδος
Σταδιακά, από τον 8ο – 9ο αι. και εξής παρατηρείται πλήρης μετασχηματισμός του αστικού τοπίου και αλλαγή στη χρήση της περιοχής. Το Τετράπυλο καταρρέει, πιθανότατα από σεισμό. Εντός του σκάμματος βρέθηκαν πεσμένα συμπαγή τμήματα πλινθοδομών της ανωδομής του Τετραπύλου, τα οποία καλύφθηκαν στη συνέχεια από τα χωμάτινα ή χαλικόστρωτα καταστρώματα της Λεωφόρου, του κεντρικού δρόμου των βυζαντινών χρόνων, σφραγίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μνημειακή σήμανση του σταυροδρομιού. Εκατέρωθεν της Λεωφόρου αναπτύσσονται έξι οικοδομικές νησίδες, που ορίζονται από ελικοειδή δρόμο στα δυτικά, στο ύψος της σημερινής οδού Βενιζέλου, και δεύτερο κάθετο, στα ανατολικά όρια του σκάμματος. Οι νέοι αυτοί χώροι αποτελούν εργαστήρια και καταστήματα της βυζαντινής αγοράς της πόλης, οι οποίοι κατέλαβαν τον δημόσιο χώρο της προγενέστερης περιόδου (πλατείες, πεζοδρόμια και στοές των πρωτοβυζαντινών χρόνων). Τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής ‒μήτρες κατασκευής κοσμημάτων, δοχεία μεταλλουργικής επεξεργασίας, καθώς και πληθώρα κοσμημάτων, όπως επιστήθιοι σταυροί, χάλκινα δακτυλίδια και βραχιόλια‒ τεκμηριώνουν την ύπαρξη βιοτεχνικής παραγωγής και κυρίως τη λειτουργία αγοράς αργυροχρυσοχοΐας, η οποία συνεχίζει έως τις μέρες μας.

Οθωμανική/μεταβυζαντινή περίοδος
Κατά την οθωμανική περίοδο οι πολεοδομικές αλλαγές που διαπιστώθηκαν δεν είναι ριζικές. Ο κεντρικός δρόμος, στον άξονα Α-Δ, ακολουθεί τη χάραξη της βυζαντινής Λεωφόρου με πλάτος που κυμαίνεται περίπου 4μ. Την περίοδο αυτή ο δρόμος, στο ύψος της Βενιζέλου, με κατεύθυνση Β-Ν και ελικοειδή πορεία αποτελεί βασική οδική αρτηρία της πόλης, καθώς ενώνει δύο σημαντικά οθωμανικά μνημεία της περιοχής, το τέμενος Hamza Bey (1467/68) στα βόρεια με τη στεγασμένη αγορά του Μπεζεστενίου (1455-1459) στα νότια. Η παραγωγική δραστηριότητα συνεχίζεται. Καταστήματα και εργαστήρια οργανώνονται άστατα εκατέρωθεν των δρόμων καταλαμβάνοντας τμήματα των καταστρωμάτων τους. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει τμήμα κτηρίου πρώιμων οθωμανικών χρόνων με χρήση έως τον 18ο αιώνα, το οποίο αποτελείται από δύο ορθογώνιους επιμήκεις ημιυπόγειους χώρους στεγασμένους με σκαφοειδείς θόλους.

Νεότερη περίοδος
Το ανώτερο στρώμα που εντοπίστηκε στον σταθμό έδωσε στοιχεία για την πολεοδομική οργάνωση της Θεσσαλονίκης από το β’ μισό του 19ου αι. έως και την πυρκαγιά του 1917. Την περίοδο αυτή, και στο πλαίσιο μιας ανανεωτικής προσπάθειας της οθωμανικής διοίκησης, η πόλη αποκτά ιεραρχημένο οδικό δίκτυο και σαφώς οριοθετημένα οικοδομικά τετράγωνα. Διαπιστώθηκε ανασκαφικά η κεντρική οδός στον άξονα Α-Δ, γνωστή ως Λεωφόρος της Πύλης του Βαρδάρη / Λεωφόρος Καλαμαριάς (σημ. Εγνατία), με πλάτος που κυμαίνονταν ανάμεσα στα 9-11μ. Μέσα στα όρια του σκάμματος η λεωφόρος διασταυρώνεται με την οδό Sabri Pasa (σημ. Βενιζέλου), η οποία την εποχή αυτή ευθυγραμμίζεται, και ανατολικότερα με μικρότερες οδούς (Δοξάτου και Ξάνθης βορείως / Θεμιστοκλέους και Γκιουμουλτζίνας νοτίως), όπως εμφανίζονται σε χάρτη της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα. Εκατέρωθεν των δρόμων αποκαλύφθηκε πυκνό οικιστικό σύνολο, κυρίως νοτίως της λεωφόρου, που αποτελείται από διαδοχικούς, υπόγειους στην πλειονότητά τους, χώρους εμπορικής χρήσης. Ανατολικά της οδού Sabri Pasa ανασκάφηκαν κτήρια παραγωγικών δραστηριοτήτων, ενώ στα δυτικά του δρόμου τμήμα από το χάνι του Sofi Efendi, γνωστό από τα φορολογικά βιβλία του 1906.

Σχετικές εικόνες

Σχετικές Πληροφορίες

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Video

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο για να είστε σε επαφή με τις δράσεις και τiς εκδηλώσεις μας.