Skip to main content
Skip to main content
Αρχαιολογικός χώρος

Πλατεία Κυπρίων Αγωνιστών

Οι αρχαιολογικές εργασίες στην πρώην Πλατεία Διοικητηρίου πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της απόφασης του Δήμου Θεσσαλονίκης το 1987 για την κατασκευή υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων, η οποία τελικά ματαιώθηκε με την κήρυξη της θέσης ως αρχαιολογικού χώρου. Αποκαλύφθηκε το μεγαλύτερο τμήμα μίας οικοδομικής νησίδας της αρχαίας πόλης με διαδοχικές οικοδομικές φάσεις από τα ελληνιστικά έως και τα οθωμανικά χρόνια, καθώς και ο δρόμος που όριζε από δυτικά τη νησίδα τουλάχιστον από τα ρωμαϊκά χρόνια και στο εξής, με πυκνό δίκτυο αγωγών ύδρευσης και αποχέτευσης όλων των περιόδων. Στη νησίδα αναπτύσσονταν κτίρια τα οποία είχαν επίσημο διοικητικό χαρακτήρα ήδη από την ίδρυση της πόλης και στη συνέχεια κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, στοιχείο που φαίνεται πως διατηρήθηκε στην ευρύτερη περιοχή και στους επόμενους αιώνες (αμέσως βόρεια το οθωμανικό Κονάκι, το νεότερο Διοικητήριο / μετέπειτα Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης).
Στην παλαιότερη οικοδομική φάση των ελληνιστικών χρόνων (τέλη 4ου – 3ος αι. π.Χ.) ανάγονται σποραδικά αποκαλυφθέντα λασπόκτιστα τοιχία και πωρολιθικοί γωνιόλιθοι, καθώς και τμήμα τοίχου από την ανωδομή κτιρίου του τέλους του 4ου αι. π.Χ., κτισμένου με ψευδοϊσόδομη τοιχοποιία. Ο τοίχος χρησιμοποιήθηκε ως θεμέλιο για κτιστό αποχετευτικό αγωγό του μεταγενέστερου ρωμαϊκού κτιρίου που ανοικοδομήθηκε στον ίδιο χώρο. Από το στρώμα καταστροφής κεραμίδων οροφής που αποκαλύφθηκε στο ίδιο σημείο προέρχεται σχεδόν ακέραιος λακωνικός καλυπτήρας με το σφράγισμα «ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ», στοιχείο που σε συνδυασμό με τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των οικοδομικών καταλοίπων υποδηλώνουν τον δημόσιο χαρακτήρα του ελληνιστικού κτιρίου. Στους όψιμους ελληνιστικούς χρόνους χρονολογούνται τα σποραδικά κατάλοιπα μεγάλου δημόσιου κτιρίου που καταλάμβανε πιθανότατα σχεδόν ολόκληρη την έκταση του ανασκαμμένου χώρου.
Στους ρωμαϊκούς χρόνους διαμορφώνεται νέο οικοδομικό συγκρότημα δημόσιου χαρακτήρα, που ορίζεται στα δυτικά από κάθετο δρόμο πλάτους 4,5-6μ. και στην κατασκευή του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ως υποθεμελίωση τοιχοποιίες του προγενέστερου ελληνιστικού κτιρίου. Σύμφωνα με τους ανασκαφείς πρόκειται για την έδρα της ρωμαϊκής διοίκησης της Θεσσαλονίκης, το γνωστό από τις ευαγγελικές πηγές πραιτώριο. Το οικοδόμημα, διαστάσεων 40×50μ., ανοικοδομήθηκε στον 1ο αι. π.Χ. και καταστράφηκε, πιθανότατα από σεισμό, στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. Καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη την οικοδομική νησίδα, ενώ πιθανότατα συνεχιζόταν για τέσσερα επιπλέον μέτρα προς τα ανατολικά, στην οδό Βενιζέλου, όπου θα υπήρχε αντίστοιχη κάθετη οδός. Λόγω της φυσικής κλίσης του εδάφους (υψομετρική διαφορά περίπου 6,00μ.) η ανοικοδόμησή του πραγματοποιήθηκε σε άνδηρα. Ημιυπόγειο καμαροσκεπές οικοδόμημα λειτουργούσε ως ισχυρό ανάλημμα για τη διαμόρφωση του πρώτου ανδήρου στα νότια. Οι τοίχοι του κτιρίου, πλάτους 0,55μ., είναι κτισμένοι με αργολιθοδομή και συνδετικό ασβεστοκονίαμα ενώ σε ορισμένους υπήρχε ανωδομή από ωμόπλινθους. Το οικοδόμημα, πιθανότατα διώροφο, αναπτύσσεται γύρω από κεντρική υπαίθρια αυλή – περιστύλιο, διαστάσεων 24×12μ., με δάπεδο από εξαγωνικές οπτές πλίνθους, υπόστυλες στοές με τοιχογραφίες και δωμάτια στις τρεις πλευρές (η ανατολική πλευρά δεν ερευνήθηκε). Κτιστός αποχετευτικός αγωγός εξασφάλιζε την απορροή των υδάτων από το περιστύλιο. Στο δυτικό τμήμα του συγκροτήματος διαμορφώνονταν χώροι με αποθηκευτική χρήση που δεν επικοινωνούσαν με το περιστύλιο αλλά είχαν άμεση πρόσβαση στον δυτικό δρόμο. Μετά την καταστροφή του κτιρίου, στα μέσα του 2ου αι., πραγματοποιούνται σε αυτό επισκευές και πιθανότατα αλλάζει η χρήση του. Στο αίθριο κατασκευάζονται πηγάδι και κινστέρνα, το πλίνθινο δάπεδό του καλύπτεται με χώμα, ενώ οι δυτικοί χώροι προς τον δρόμο πιθανότατα λειτουργούν ως καταστήματα.
Στον 4ο αι. ιδρύεται στην ίδια θέση ένα νέο οικοδόμημα, όμοιας μορφής, αλλά μετατοπισμένο δυτικότερα (περιορίζοντας το πλάτος του δυτικού δρόμου), το οποίο παραμένει σε χρήση κατά τη διάρκεια ολόκληρης της πρωτοβυζαντινής περιόδου. Το οικοδόμημα ενσωμάτωσε τμήματα του παλαιότερου ρωμαϊκού κτιρίου ακολουθώντας την ίδια βασική κάτοψη με κεντρική αυλή πλαισιωμένη από στοές (ανασκάφηκαν τμήμα της δυτικής και της νότιας στοάς) και μεγάλες αίθουσες πίσω από τις αυτές. Από την πρώιμη φάση του συγκροτήματος του 4ου αι. δεν διατηρούνται ολοκληρωμένα λείψανα και τα ελάχιστα στοιχεία δεν είναι σε θέση να ορίσουν συγκεκριμένους χώρους, ενώ αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά σωζόμενα ψηφιδωτά δάπεδα διακοσμημένα με πλοχμούς και σπειρομαίανδρους. Από τη φάση του 5ου / αρχών 6ου αι. αποκαλύφθηκαν συνολικά έξι αίθουσες, δύο από τις οποίες κοσμούνταν με ψηφιδωτά δάπεδα από ακανόνιστες μαρμάρινες ψηφίδες με μοτίβο ρόμβων εγγεγραμμένων σε ορθογώνια πλαίσια. Στον μεγαλύτερο, πιθανόν μη στεγασμένο, χώρο του κτιρίου (διαστάσεων 10,30×15,50μ.) υπήρχε κτιστό περιρραντήριο με μεταγενέστερες επισκευές. Τη δυτική στοά της φάσης αυτής διακοσμούσε μεγάλο ψηφιδωτό δάπεδο από χοντρές ακανόνιστες ψηφίδες με μοτίβο ρόμβων με κύκλο στο κέντρο, εγγεγραμμένων μέσα σε τετράγωνα πλαίσια. Το πρωτοβυζαντινό κτίριο ενσωμάτωσε στη νότια αίθουσά του το ημιυπόγειο καμαροσκεπές ρωμαϊκό κτίσμα, στο οποίο διαμορφώθηκαν προθάλαμος και πλινθόκτιστη κλίμακα πρόσβασης στο εσωτερικό.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο διαπιστώνονται ανακατασκευές στο οδόστρωμα και στο δίκτυο αγωγών του δυτικού δρόμου, ενώ στο εσωτερικό της νησίδας εντοπίζονται μεταβολές στην οργάνωση και χρήση των χώρων του πρωτοβυζαντινού οικοδομήματος. Από τον 7ο αι. δεν αποτελούσε πια κέντρο διοίκησης και οι χώροι του διαιρούνται σε μικρότερους που στεγάζουν εργαστήρια, αποθήκες ή μετατρέπονται σε υπαίθριους. Ένα εργαστήριο υαλουργίας, από το οποίο αποκαλύφθηκαν δεξαμενές και τμήμα κυκλικού κλιβάνου και μικρή δεξαμενή νερού, εγκαταστάθηκε στο βόρειο τμήμα του στα μέσα του 9ου αι. Το εργαστήριο είχε πρόσοψη επί του δρόμου στα δυτικά, ενώ τη δραστηριότητα των υαλουργών στον χώρο πιστοποιεί και ένας αποθέτης που εντοπίστηκε στον βορειοανατολικό τομέα και περιείχε γυάλινες μάζες και θραύσματα αποτυχημένων αγγείων οικιακής χρήσης. Τα σωζόμενα οικιστικά κατάλοιπα της μεσοβυζαντινής περιόδου (10ος-12ος αι.), κυρίως τμήματα λασπόκτιστων τοίχων, δεν συνθέτουν σαφείς κατόψεις κτιρίων, με εξαίρεση μικρό συγκρότημα τριών δωματίων περιορισμένων διαστάσεων στο βόρειο τμήμα της πλατείας.
Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια ανήκουν τοιχοποιίες και αγωγός που διαμορφώνουν εκ νέου τη δυτική οδό της νησίδας, η οποία διατηρεί τη χάραξη της προηγούμενης περιόδου αλλά με μείωση του πλάτους κατά μισό μέτρο, καθώς και τμήμα εκτεταμένου νεκροταφείου στον βορειοανατολικό τομέα του ανασκαφικού χώρου, οργανωμένου γύρω από αποσπασματικά σωζόμενο ταφικό παρεκκλήσι. Αποκαλύφθηκαν συνολικά τουλάχιστον 206 ταφές διαφόρων κατηγοριών (καμαροσκεπείς, κιβωτιόσχημοι, λακκοειδείς τάφοι και επάλληλες ταφές / ανακομιδές) με ευρήματα του 13ου – 14ου αι.
Η εικόνα των οικοδομικών καταλοίπων της οθωμανικής περιόδου είναι σε μεγάλο βαθμό αποσπασματική με λάκκους, πηγάδια και αποσπασματικά σωζόμενους λασπόκτιστους τοίχους κτιρίων. Στο βορειοδυτικό τμήμα της πλατείας, κάτω από τα θεμέλια νεότερου κτίσματος, αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα της θερμής αίθουσας οθωμανικού λουτρού του τέλους του 15ου – αρχών 16ου αι., που έφερε στις εσωτερικές κάθετες πλευρές πήλινους αεραγωγούς. Διασώθηκαν υπολείμματα από το δάπεδο της αίθουσας από μαρμάρινες πλάκες ακανόνιστου σχήματος, καθώς και ένα μετασκευασμένο σε λεκάνη μαρμάρινο κορινθιακό κιονόκρανο. Δυτικά του λουτρού αποκαλύφθηκε λιθόστρωτη αυλή, τμήματα αγωγών και μία κινστέρνα.

Θέση στο χάρτη

Σχετικές εικόνες

Σχετικές Πληροφορίες

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο για να είστε σε επαφή με τις δράσεις και τiς εκδηλώσεις μας.