Θεσσαλονίκη: Συντήρηση Παλαιολόγειων τοιχογραφιών: Αγία Αικατερίνη, Άγιος Νικόλαος Ορφανός, Προφήτης Ηλίας (Μνημεία UNESCO)
Το έργο εντάχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με κωδικό ΟΠΣ ΤΑ 5150248, προϋπολογισμό 450.000 ευρώ, και χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) 2022, στη ΣΑΤΑ 014.
Το έργο αφορά στη συντήρηση προστασία και ανάδειξη του σωζόμενου τοιχογραφικού διακόσμου τριών παλαιολόγειων μνημείων της Θεσσαλονίκης: της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Νικολάου Ορφανού και του Προφήτη Ηλία. Οι τοιχογραφίες των τριών αυτών ναών αποτελούν έργα αντιπροσωπευτικά της υψηλής καλλιτεχνικής παραγωγής της Θεσσαλονίκης κατά την παλαιολόγεια περίοδο και καταδεικνύουν τη σπουδαιότητα της πόλης ως σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής.
Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, κηρυγμένο ιστορικό και διατηρητέο μνημείο (ΥΑ 6533/25-5-1962, ΦΕΚ 190/Β/2-6-1962) και ενταγμένο στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO (1988), βρίσκεται στη συμβολή των οδών Τσαμαδού και Ηούς στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης. Χτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου, σταυροειδή, εγγεγραμμένου με πέντε τρούλους και κλειστή περιμετρική στοά. Επί τουρκοκρατίας μετετράπηκε σε τζαμί με το όνομα “Γιακούπ-πασά τζαμί”. Στο εσωτερικό του ναού σώζονται αποσπασματικά τοιχογραφίες που καλύφθηκαν με επίχρισμα κατά τη μετατροπή του σε τζαμί και ήρθαν ξανά στο φως κατά τις εκτεταμένες εργασίες συντήρησης που πραγματοποιήθηκαν στα έτη 1946-51.
Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού, κηρυγμένο ιστορικό και διατηρητέο μνημείο (Π.Δ. 25-5-1926, ΦΕΚ 191/Α/11-6-1926) και ενταγμένο στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO (1988), βρίσκεται επί της οδού Ηροδότου, στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Αποτελεί μετόχι της Μονής Βλατάδων, υπαγόμενο στο Πατριαρχείο, και ανήκε αρχικά σε μοναστηριακό συγκρότημα. Η ίδρυσή του τοποθετείται στη δεκαετία 1310-20. Στη σημερινή του μορφή είναι ένα μονόχωρο ξυλόστεγο κτίσμα με περίστωο που απολήγει σε δύο παρεκκλήσια στα ανατολικά. Στο εσωτερικό του διασώζει πλούσιο τοιχογραφικό διάκοσμο, σημαντικό έργο της παλαιολόγειας αναγέννησης, που συνδέεται με τον καλλιτεχνικό κύκλο των Θεσσαλονικέων ζωγράφων Γεωργίου Καλλιέργη, Μιχαήλ Αστραπά και Ευτύχιου.
O ναός του Προφήτη Ηλία αποτελεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο (Π.Δ. 25-5-1926, ΦΕΚ 191/Α/11-6-1926), ενταγμένο ήδη από το 1988 στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Βρίσκεται στις παρυφές της Άνω Πόλης, στη συμβολή των οδών Ολυμπιάδος και Προφήτη Ηλία. Υπήρξε το καθολικό μονής, παλαιότερα είχε υποστηριχθεί η ταύτισή της με τη Νέα Μονή. Πρόσφατα προτάθηκε η ταύτισή του με το καθολικό της Μονής Ακαπνίου, αφιερωμένο στον Χριστό. Στην εποχή της οθωμανικής κατάκτησης ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί με την επωνυμία Σεραϊλί τζαμί. Ο παλαιολόγειος ναός του Προφήτη Ηλία κατέχει εξέχουσα θέση μεταξύ των μνημείων της Θεσσαλονίκης, όχι μόνο λόγω του μοναδικού, για την πόλη, αρχιτεκτονικού του τύπου (τρίκογχος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με λιτή και περίστωο που απολήγει ανατολικά σε δύο παρεκκλήσια) αλλά και για τον τοιχογραφικό του διάκοσμο, που αν και αποσπασματικά σωζόμενος σήμερα, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της τελευταίας φάσης της παλαιολόγειας ζωγραφικής (1360-70) στην πόλη.
Ο ζωγραφικός διάκοσμος της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Νικολάου Ορφανού και του Προφήτη Ηλία αποτελούν ένα εξαιρετικό σύνολο, αντιπροσωπευτικό δείγμα της παλαιολόγειας τέχνης, όπως εκφράστηκε στην «συμβασιλεύουσα» του Βυζαντίου λίγο πριν την κατάλυση της αυτοκρατορίας.
Η συντήρηση των τοιχογραφιών των τριών παλαιολόγειων ναών υλοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα Σεπτέμβριος 2022-Ιούλιος 2024 και αφορούσε επιφανειακούς καθαρισμούς, στερεώσεις των ζωγραφικών στρωμάτων και υποστρωμάτων, περιμετρικές συγκρατήσεις σπαραγμάτων με κονίαμα, αντικατάσταση σαθρών ή ασύμβατων κονιαμάτων παλαιότερων επεμβάσεων και τέλος αισθητική αποκατάσταση των «ουδέτερων» επιφανειών των ναών που δεν φέρουν ζωγραφικό διάκοσμο. Στο πλαίσιο του Έργου πραγματοποιήθηκε φωτογραμμετρική αποτύπωση των τριών ζωγραφικών συνόλων με σύγχρονες τοπογραφικές μεθόδους, με στόχο τον εμπλουτισμό του αρχείου φωτογραφικής και σχεδιαστικής τεκμηρίωσης των τριών μνημείων της Εφορείας. Η συντήρηση των τοιχογραφιών εξασφάλισε την αναχαίτιση των φθοροποιών παραγόντων, βελτίωσε την αναγνωσιμότητά τους και συνέβαλε σημαντικά στην προβολή του υψηλής αισθητικής διακόσμου και στην ανάδειξη της ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας των τριών αυτών βυζαντινών ναών μέσα στον σύγχρονο αστικό ιστό, ενισχύοντας τον ρόλο τους ως πολιτιστικό και τουριστικό πόλο έλξης της πόλης.
Υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – NextGenerationEU