Skip to main content
Skip to main content

Αψίδα Γαλερίου (Καμάρα)

Θριαμβικό τόξο ή αψίδα, γνωστή ως Καμάρα. Εξαιτίας του σωζόμενου διακόσμου της που σχετίζεται με τη βαρυσήμαντη νικηφόρα εκστρατεία του Καίσαρα Γαλέριου κατά των Περσών χρονολογείται στο διάστημα μεταξύ 298 και 305 μ.Χ., ενώ θεωρείται πιθανό το μνημείο να εγκαινιάστηκε το 303 μ.Χ. Η κατασκευή της συσχετίζεται με την ανακήρυξη της Θεσσαλονίκης ως περιφερειακής αυτοκρατορικής έδρας του ανατολικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τον σχεδιασμό και την έναρξη κατασκευής του Γαλεριανού Συγκροτήματος.
Το μνημείο είναι ένα τετράπυλο, σύνηθες σε διασταυρώσεις οδικών αξόνων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, ενώ στην τελική μορφή του ουσιαστικά οκτάπυλο με τέσσερις κεντρικούς ογκώδεις πεσσούς και τέσσερις δευτερεύοντες πεσσούς πλευρικά (βόρεια και νότια). Το μνημείο είναι κατασκευασμένο από χυτή τοιχοποιία, μάρμαρο, αρχιτεκτονικά μέλη σε β’ χρήση και πλινθοδομή στο ανώτερο τμήμα. Οι πεσσοί συνδέονταν μεταξύ τους µε ημικυλινδρικές καμάρες και σχημάτιζαν τοξωτά ανοίγματα προς τα ανατολικά και δυτικά εκ των οποίων το μεσαίο ήταν φαρδύτερο και ψηλότερο. Οι τέσσερις κεντρικοί πεσσοί ήταν μεγαλύτεροι από τους εξωτερικούς, έφεραν μαρμάρινες πλάκες µε ανάγλυφη διακόσμηση και υποβάσταζαν θόλο.
Σήμερα σώζονται οι δύο κεντρικοί πεσσοί και ο ένας δευτερεύων πεσσός του δυτικού τμήματος. Το κεντρικό τοξωτό άνοιγμα είναι πλάτους 9,70μ. και ύψους 12,50μ. και το μικρότερο πλάτους 4,85μ. και ύψους 6,50μ. Στην πλίνθινη ανωδομή της δυτικής πρόσοψης του μνημείου διατηρούνται δύο κόγχες που θα έφεραν αγάλματα. Ο χρόνος και οι λόγοι καταστροφής του μνημείου παραμένουν άγνωστοι. Οι παλαιότερες μαρτυρίες για το σωζόμενο ιστάμενο τμήμα της Αψίδας, σε επαφή με το οποίο κτίστηκαν σπίτια και καταστήματα, ανάγονται στα τέλη του 16ου αι.
Το μνημείο ήταν κτισμένο στη διασταύρωση δύο αξόνων: της «πομπικής οδού», η οποία ξεκινούσε από τη βόρεια όψη του και κατέληγε στη νότια πύλη του περίβολου της Ροτόντας, και της κεντρικής οδικής αρτηρίας της πόλης στον άξονα Δ-Α (decumanus maximus, Μέση ή Λεωφόρος της βυζαντινής περιόδου). Η οδός περνούσε ανάμεσα από τους κεντρικούς πεσσούς της Αψίδας και κατέληγε στην Κασσανδρεωτική πύλη του ανατολικού τείχους (στο ύψος της πλατείας Σιντριβανίου). Στο τμήμα αυτό η οδός είχε πλάτος περίπου 10,00µ. και πλαισιωνόταν από στοές, οι οποίες κατέληγαν στα ανοίγματα των μικρών πεσσών του μνημείου. Κατά μήκος των στοών, που είχαν πλάτος 5,50µ. περίπου, και πίσω από αυτές, ανοίγονταν καταστήματα. Σε άμεση επαφή με τους νότιους μικρούς πεσσούς της Αψίδας υπήρχε μεγάλος ορθογώνιος προθάλαμος (vestibulum), διαστάσεων 42,70×17,65μ., κατάλοιπα του οποίου βρέθηκαν κάτω από το οδόστρωμα της Εγνατίας. Το δάπεδό του έφερε ψηφιδωτό με γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα. Στον νότιο τοίχο του υπήρχε άνοιγμα περίπου 18,00μ. από όπου ξεκινούσε μνημειακή μαρμάρινη κλίμακα, μήκους 4,00μ.
Οι δύο σωζόμενοι κεντρικοί πεσσοί φέρουν ανάγλυφο διάκοσμο, τα εικονογραφικά θέματα του οποίου διαρθρώνονται σε 28 ανάγλυφες σκηνές οι οποίες αναπτύσσονται σε ζώνες, από τέσσερις στις τρεις πλευρές τους και από δύο σε κάθε πλευρά που βρίσκεται απέναντι από τους δευτερεύοντες πεσσούς. Κάθε ζώνη έχει διαφορετικό πλάτος. Η πρώτη ζώνη από πάνω έχει πλάτος 1,00μ., η δεύτερη 1,20μ., η τρίτη 1,19μ. και η τέταρτη 1,21μ. Οι ζώνες των ανάγλυφων χωρίζονται από μαρμάρινους δόμους με καμπυλόσχημη επιφάνεια, διακοσμημένη με πλοχμούς από δαφνόφυλλα, που τους συγκρατούν ταινίες δεμένες κατά διαστήματα ή με γιρλάντες από κλαδιά και ρόδακες. Η τελευταία ζώνη των ανάγλυφων ορίζεται στο κατώτερο τμήμα από τις βάσεις των πεσσών.
Οι πρώτες στερεωτικές εργασίες του μνημείου έγιναν επί τουρκοκρατίας (1889), ενώ έως το 1939 διερευνήθηκε από ξένους ερευνητές (K. F.Kinch, E. Hébrard, E.Dyggve). Το 1952 έγιναν σε ευρεία έκταση στερεωτικές και συντηρητικές εργασίες στις επιφάνειες των δύο κεντρικών πεσσών. Το 1954, με την εκτροπή της σύγχρονης οδού Εγνατίας στα νότια του μνημείου, η στάθμη κατέβηκε στο σημερινό επίπεδο και εμφανίστηκαν οι βάσεις των πεσσών. Το διάστημα 1991-2000 η ΙΣΤ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε συντήρηση, στερέωση και καθαρισμό των μαρμάρινων ανάγλυφων. Τέλος, το 2020-2021 πραγματοποιήθηκαν εκ νέου εργασίες συντήρησης, στερέωσης και καθαρισμού από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης.