Σταθμός Αγίας Σοφίας, ΜΕΤΡΟ
Με αφορμή την κατασκευή του Σταθμού Αγίας Σοφίας του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου της Θεσσαλονίκης, που χωροθετείται στην καρδιά του ιστορικού κέντρου, στο τμήμα της Εγνατίας οδού μεταξύ των κάθετων οδών Πλάτωνος και Αγίας Σοφίας, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες. Πρόκειται για τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες ανασκαφές που διενεργήθηκαν στην πόλη τα τελευταία χρόνια, αποκαλύπτοντας το παλίμψηστο της ιστορίας της, από την ίδρυσή της το 316/315π.Χ. έως και την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, που κατέκαψε μεγάλο μέρος του ιστορικού κέντρου. Τα ανασκαφικά ευρήματα προσέφεραν νέα δεδομένα για την πολεοδομική εξέλιξη της πόλης κατά μήκος της κεντρικής οδικής της αρτηρίας που διερχόταν αδιάλειπτα στην ίδια θέση, από την ελληνιστική εποχή έως σήμερα, στο ύψος της σημερινής οδού Εγνατίας, του decumanus maximus των πρωτοβυζαντινών χρόνων, της βυζαντινής Λεωφόρου.
Ελληνιστικοί / Ρωμαϊκοί χρόνοι
Τα ανασκαφικά ευρήματα βεβαιώνουν την ύπαρξη ελληνιστικού ορίζοντα στην περιοχή αυτή και αστικού σχεδιασμού της πόλης του Κασσάνδρου προσφέροντας σημαντικές πληροφορίες για την έκταση της Θεσσαλονίκης κατά την ίδρυσή της. Στο ύψος των σημερινών οδών Εγνατίας και Πλάτωνος εντοπίστηκε η αρχαία διασταύρωση. Οι δρόμοι με επάλληλα χωμάτινα καταστρώματα, χρονολογούνται από τον 3ο έως και τον 1ο αι. π.Χ. Το συνολικό πλάτος του κάθετου δρόμου (cardo) υπολογίζεται στα 11μ., εύρος που τεκμηριώνει ότι πρόκειται για κύρια-κεντρική οδική αρτηρία, με πρόβλεψη διαμόρφωσης στοών εκατέρωθεν αυτής, ήδη από τον αρχικό σχεδιασμό της πόλης, όπως μαρτυρούν οι λιθόκτιστες βάσεις που βρέθηκαν. Η χάραξη των δρόμων, πλαισιωμένων με στοές, διατηρείται και στους ρωμαϊκούς χρόνους. Κατά μήκος του οριζόντιου οδικού άξονα (decumanus) αποκαλύφθηκαν 23 λιθόκτιστες βάσεις σε σειρά, που χρονολογούνται στον 1ο με 2ο αι. μ.Χ. και αποτελούσαν κατά τα φαινόμενα τη θεμελίωση μίας στοάς που έδινε πρόσβαση στα κτίρια της νότιας οικοδομικής νησίδας. Εκατέρωθεν των δρόμων ανασκάφηκαν τμήματα δύο οικοδομικών τετραγώνων με ορθογώνιους χώρους σε δύο ζώνες και θυραία ανοίγματα που εξασφάλιζαν τη μεταξύ τους επικοινωνία. Τα κτίρια εμφανίζουν επάλληλες οικοδομικές φάσεις και χρονολογούνται από την ελληνιστική περίοδο μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ. Οικίες, καταστήματα ή και εγκαταστάσεις μικτού χαρακτήρα ήταν τα κτίσματα της ανατολικής νησίδας, όπου στις αρχές του 4ου αι. κατασκευάζεται μεγάλο κτηριακό συγκρότημα με περιστύλιο, λουτρικές εγκαταστάσεις και πολυτελή διάκοσμο. Αντίθετα, δυτικά του cardo, κατασκευές και ευρήματα μαρτυρούν σαφή εργαστηριακή χρήση.
Πρωτοβυζαντινοί χρόνοι
Την πρώτη μνημειακή εικόνα των πρωτοβυζαντινών χρόνων συνιστά ο μαρμαρόστρωτος decumanus maximus (β’ μισό του 4ου αι.) μαζί με κτιστό στυλοβάτη στα νότια και δίκτυα υποδομών (αποχετευτικοί και υδροδοτικοί αγωγοί). Ο δρόμος αποκαλύφθηκε κάτω από τη σημερινή Εγνατία, σε μήκος περίπου 101μ., εκ των οποίων τα 73 αποσπάστηκαν και τα υπόλοιπα 21 διατηρήθηκαν σε κατάχωση. Το πλάτος της αμαξιτής οδού μαζί με τα μαρμάρινα κράσπεδα έφθανε τα 4,70μ., το συνολικό με τα πεζοδρόμια στα 10μ. ενώ με τις στοές υπολογίζεται στα 19μ. Την ίδια εποχή, στη ΒΔ γωνία της συμβολής του decumanus με τον cardo, στο ύψος της οδού Αγίας Σοφίας, ανεγείρεται μνημειακό κρηναίο οικοδόμημα / νυμφαίο, πιόσχημο σε κάτοψη, στον τύπο με θεατρική πρόσοψη (scaenae frons), που παραμένει σε χρήση έως τον 7ο αι. Το μεγάλο κτηριακό συγκρότημα με το περιστύλιο και τις λουτρικές εγκαταστάσεις στην ανατολική νησίδα νοτίως του decumanus ανακαινίζεται στα τέλη του 4ου / αρχές του 5ου αι., επιμερίζεται σε νέους χώρους και τα δάπεδα των αιθουσών επιστρώνονται με πολύχρωμα ψηφιδωτά δάπεδα. Στην πρώτη οικοδομική γραμμή της νησίδας και με απευθείας πρόσβαση στον κεντρικό δρόμο λειτουργούσαν την εποχή αυτή (4ος-5ος αι.) καταστήματα καθώς και μεταλλουργικά και υαλουργικά εργαστήρια.
Στον 6ο αι. συντελείται ευρύς πολεοδομικός ανασχεδιασμός: πάνω στα ερείπια των κτηριακών συγκροτημάτων της ύστερης αρχαιότητας ανεγείρονται μαρμαρόστρωτες πλατείες με κιονοστήρικτες στοές. Ο ριζικός αυτός πολεοδομικός ανασχεδιασμός του δημόσιου χώρου διαπιστώνεται για πρώτη φορά μέσα από τις ανασκαφές του ΜΕΤΡΟ. Την εποχή αυτή ο decumanus maximus μετασκευάζεται εκ νέου, διαπλατύνεται και επιστρώνεται με ορθογώνιες πλάκες από μεταμορφωσιγενές πέτρωμα. Μνημειακή κλίμακα οδηγούσε βορείως του decumanus maximus σε σιγμοειδή πλατεία που διατηρείται κατά χώραν στη βόρεια είσοδο του σταθμού. Δεύτερη κυκλική πλατεία (φόρο) ανεγείρεται νοτίως του κεντρικού δρόμου και βορείως της μεγάλης βασιλικής στη θέση του ναού της Αγίας Σοφίας. Οι τοξοστοιχίες των στοών της έφεραν πολυτελή διάκοσμο με εντοίχια ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Οι επιβλητικές αυτές αρχιτεκτονικές διαμορφώσεις του δημόσιου χώρου, που αναμφίβολα εκτελέστηκαν με αυτοκρατορική χορηγία, εξυπηρετούσαν αυτοκρατορικές πομπές και θρησκευτικές τελετουργίες στον άξονα δύο σημαντικών ναών, της Μεγάλης Εκκλησίας της Παναγίας Αχειροποίητου και της πεντάκλιτης επισκοπικής βασιλικής στη θέση του βυζαντινού ναού της του Θεού Σοφίας.
Βυζαντινοί χρόνοι
Η μνημειακή αυτή διαμόρφωση του αστικού χώρου με τον μαρμαρόστρωτο δρόμο και τις πλατείες / φόρα του 6ου αι. θα αλλάξει ριζικά με τους καταστροφικούς σεισμούς της δεκαετίας του 620-630. Οι μαρμάρινες και λίθινες πλάκες του οδοστρώματος χάνονται κάτω από κρημνίσματα οικοδομημάτων που κατέρρευσαν και η βυζαντινή πλέον Λεωφόρος ή Μέση επιστρώνεται με χωμάτινα και χαλικόστρωτα καταστρώματα. Η νότια κυκλική πλατεία θα παραμείνει σε χρήση ως ανοιχτός δημόσιος χώρος. Ωστόσο, η βόρεια σιγμοειδής πλατεία στη γειτονία της Υπεραγίας Θεοτόκου, μετέπειτα Αχειροποιήτου, θα καταργηθεί. Τον μέχρι πρότινος δημόσιο χώρο (στοές, πεζοδρόμια, βόρεια πλατεία) καταλαμβάνουν τα κτίσματα της αγοράς, η οποία, αρχίζει να λειτουργεί ήδη από τον 8ο και τον 9ο αι. και οργανώνεται κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Τα κινητά ευρήματα και τα ανασκαφικά δεδομένα πιστοποιούν τα είδη των εργαστηρίων: μεταλλουργίας, υαλουργίας και κεραμικά. Μονόχωρα και δίχωρα καταστήματα /εργαστήρια με πρόσοψη πάντα προς τη Λεωφόρο και κλειστές αυλές στο βάθος της νησίδας αναπτύσσονται παρατακτικά, καταλαμβάνοντας συχνά και μέρος του πεζοδρομίου ή και του καταστρώματος του δρόμου, εξασφαλίζοντας ημιυπαίθριους χώρους, όπου πάνω σε πάγκους ή κάτω στο έδαφος διέθεταν τα προς πώληση προϊόντα.
Οθωμανική/μεταβυζαντινή περίοδος
Κατά την οθωμανική εποχή η παραγωγική δραστηριότητα στην περιοχή, όπου εκτείνεται πλέον η συνοικία της Αγίας Πελαγίας, φαίνεται ότι συνεχίζεται. Αν και οι πολεοδομικές αλλαγές που διαπιστώθηκαν δεν είναι ριζικές, παρατηρούνται, ωστόσο, μικρές διαφοροποιήσεις στον άξονα των οικοδομικών γραμμών και του κεντρικού δρόμου που παραμένει στο χνάρι του βυζαντινού, με πλάτος περίπου 4μ. Τα οικοδομικά κατάλοιπα της περιόδου είναι περιορισμένα, καθώς τα μεταγενέστερα κτίρια των νεοτέρων χρόνων κατέστρεψαν με τα υπόγειά τους τα προγενέστερα κτηριακά κατάλοιπα. Τα νέα κτίρια οικοδομούνται και πάλι επάνω στα παλαιότερα και ενσωματώνουν τις παλιές στις νέες τοιχοποιίες που εμφανίζονται αμελέστερες και συχνά ευτελέστερες από τις προηγούμενες. Ξεχωρίζει κτίριο πρώιμων οθωμανικών χρόνων με ισχυρούς πασσαλόπηκτους τοίχους που προορίζονταν να δεχθούν θολωτή στέγαση, το οποίο ανασκάφηκε νοτίως του δρόμου. Ο χώρος φαίνεται να γνώρισε μακρά περίοδο χρήσης.
Νεότεροι χρόνοι
Το ανώτερο στρώμα που εντοπίστηκε στον σταθμό έδωσε στοιχεία για την πολεοδομική οργάνωση της Θεσσαλονίκης κατά την τελευταία περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (β’ μισό του 19ου αι. κ.ε.),. που σηματοδοτείται από πολεοδομικές αλλαγές με στόχο τη δημιουργία μίας πόλης σχεδιασμένης σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ανάμεσα στα κτίρια της συνοικίας του Αγίου Νικολάου, που αναπτύσσεται βορείως της Λεωφόρου της Καλαμαριάς, ξεχωρίζει μέρος της αυλής και των βοηθητικών χώρων της γαλλικής εμπορικής σχολής Guiraud, που υψωνόταν πριν την πυρκαγιά του 1917 στην περιοχή της σημερινής πλατείας Μακεδονομάχων. Νοτίως της Λεωφόρου της Καλαμαριάς (1868) αποκαλύφθηκαν κτίρια της εβραϊκής συνοικίας Pulya. Ενδιαφέρον παρουσιάζει κτίσμα που ταυτίστηκε με ταβερνείο και αποστακτήριο στο ημιυπόγειο. Ακόμη νοτιότερα, εντοπίστηκαν δύο οριζόντιοι παράδρομοι που συνδέονται με την κάθετη οδό Ιωσήφ Κλειδή, καθώς και τα υπόγεια μεγάλου κτιρίου, που πιθανότατα ανήκαν στη Συναγωγή Petraz, η οποία σύμφωνα με χάρτες χωροθετείτο στην περιοχή. Τα νεότερα κτίρια που αποκαλύφθηκαν στις ανασκαφές βρέθηκαν κατεστραμμένα από την πυρκαγιά του 1917 που κατέκαψε το κέντρο της Θεσσαλονίκης και αποτέλεσε το εφαλτήριο για τον σχεδιασμό της σύγχρονης πόλης.
Σχετικές εικόνες
Σχετικές Πληροφορίες
-
Χρήση:
-
Ιστορική περίοδος :
-
Πρόσβαση:Επισκέψιμο
-
Πρόσβαση ΑΜεΑ:Ναι
Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Video
Ενημερωτικό δελτίο
Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο για να είστε σε επαφή με τις δράσεις και τiς εκδηλώσεις μας.




