Skip to main content
Skip to main content
Αρχαιολογικός χώρος

Αρχαία (Ρωμαϊκή) Αγορά

Το συγκρότημα της Αρχαίας (Ρωμαϊκής) Αγοράς της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του άξονα της Αριστοτέλους. Ο επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος περικλείεται από τις οδούς Ολύμπου και Φιλίππου προς βόρεια και νότια, Αγνώστου Στρατιώτου και Μακεδονικής Αμύνης προς ανατολικά και δυτικά, ενώ εντός των ορίων του λειτουργεί το υπόσκαφο Μουσείο της Ρωμαϊκής Αγοράς. Η πρώτη ιστορικά βεβαιωμένη χρήση της περιοχής συνδέεται με τη συνοικία «Ρογκός» των ισπανόφωνων Εβραίων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν τον 16ο αιώνα, η οποία επιβίωσε έως το 1917, οπότε καταστράφηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά που ισοπέδωσε σε μεγάλη έκταση το ιστορικό κέντρο της πόλης.

Οι συστηματικές ανασκαφές στον χώρο, που παρέμεινε αδόμητος μετά την καταστροφή της εβραϊκής συνοικίας, ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με αφορμή την έναρξη των εργασιών για την ανέγερση δικαστικού μεγάρου σύμφωνα με το σχέδιο της «Διεθνούς Επιτροπής Νέου Σχεδίου» που είχε εκπονηθεί αμέσως μετά την πυρκαγιά του 1917 με επικεφαλής τον Ε. Εμπράρ για τον πολεοδομικό ανασχεδιασμό της πόλης. Η σπουδαιότητα των ευρημάτων είχε διαφανεί από την έναρξη των εργασιών και βάσει αυτής, μετά από συνεχείς προσπάθειες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, αποφασίστηκε το 1967 η οριστική ματαίωση της ανέγερσης του δικαστικού μεγάρου στην περιοχή ενώ δύο χρόνια αργότερα, το 1969, ο χώρος κηρύχθηκε αρχαιολογικός και μετονομάστηκε με ΦΕΚ σε «Πλατεία Αρχαίας Αγοράς» (ΥΑ 15189/12-9-1969, ΦΕΚ 653/Β/6-10-1969). Οι ανασκαφές διενεργήθηκαν σε δύο περιόδους (1962-1973 και 1989-1999), ενώ το 2010 ολοκληρώθηκε το έργο αναστήλωσης, διαμόρφωσης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Συμπληρωματικές εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης υλοποιήθηκαν κατά το διάστημα 2020-2022.

Η πρωιμότερη φάση χρήσης της περιοχής της ρωμαϊκής αγοράς ανάγεται στην ελληνιστική περίοδο και αφορά στην πρώτη οργανωμένη κατοίκηση και σε εργαστηριακή χρήση του χώρου από το τελευταίο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. Οικιστική εγκατάσταση ιδιωτικού χαρακτήρα τεκμηριώνεται από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ. έως και τον 1ο αι. μ.Χ., στην οποία τοποθετείται χρονολογικά και το συγκρότημα του βαλανείου που ανασκάφθηκε στο νοτιοανατολικό τμήμα, εκτός των ορίων του συγκροτήματος της αγοράς.

Στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. η χρήση της περιοχής αποκτά δημόσιο χαρακτήρα με την ανοικοδόμηση ενός συγκροτήματος αποτελούμενου από ένα βουλευτήριο με αίθουσες εκατέρωθέν του στην ανατολική πτέρυγα του αρχαιολογικού χώρου. Η πρώτη αυτή φάση της αγοράς διαρκεί έως τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. οπότε ξεκινά η διαμόρφωση του κύριου συγκροτήματος.

Το συγκρότημα της ρωμαϊκής αγοράς (μέσα 2ου – 3ος αι. μ.Χ.) αναπτυσσόταν σε μήκος ενός σταδίου και καταλάμβανε συνολική έκταση διακοσίων περίπου στρεμμάτων. Ήταν οργανωμένο σε σχήμα Π, ανοιχτό προς Βορρά, γύρω από μία ορθογώνια πλακόστρωτη πλατεία με μήκος 146μ. και πλάτος 97μ., στις τρεις πλευρές της οποίας (ανατολική, νότια, δυτική) αναπτυσσόταν διπλή κιονοστήρικτη στοά κορινθιακού ρυθμού με ζώνη μίας σειράς δωματίων στο βάθος.

Η πρόσβαση στην πλατεία ήταν ελεύθερη από τη βόρεια πλευρά, κατά μήκος της οποίας αναπτυσσόταν αρχαία οδός κάτω από το επίπεδο της σημερινής οδού Ολύμπου. Ένας δεύτερος μαρμαρόστρωτος δρόμος κατέληγε από τα ανατολικά στην είσοδο της νοτιοανατολικής γωνίας της αγοράς, όπου οδηγούσε, επιπλέον, κτιστή κλίμακα από τα νότια εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στο επίπεδο των στοών.

Κάτω από τη διπλή νότια στοά αναπτύσσεται διπλή υπόγεια στοά (cryptoporticus), πιθανότατα με δημόσιο, αρχικά, αποθηκευτικό χαρακτήρα, η οποία λειτουργούσε και ως ανάλημμα της πλατείας. Κατά μήκος της κρυπτής στοάς αναπτύσσεται ζώνη μίας σειράς καταστημάτων με πρόσβαση από μαρμαρόστρωτο δρόμο στα νότια (εμπορική οδός), από τον οποίο εξασφαλίζεται μέσω δίδυμης θύρας η πρόσβαση τόσο στο επίπεδο της νότιας στοάς της πλατείας με κτιστή κλίμακα όσο και στην κρυπτή στοά.

Το προγενέστερο βουλευτήριο στα ανατολικά καθαιρείται και στη θέση του κατασκευάζεται ημικυκλικό στεγασμένο ωδείο χωρητικότητας 400 ατόμων. Στο β’ μισό του 4ου αι. μ.Χ. το ωδείο επεκτείνεται και μετατρέπεται σε θέατρο χωρίς, ωστόσο, το νέο αυτό οικοδομικό πρόγραμμα να ολοκληρωθεί. Εκατέρωθεν του ωδείου αναπτύσσονται χώροι δημόσιου χαρακτήρα, εκ των οποίων ταυτίστηκαν το νομισματοκοπείο στα βορειοανατολικά και ο χώρος του δημόσιου αρχείου της πόλης στο νότιο πέρας της ανατολικής πτέρυγας.

Τον 5ο αι. μ.Χ. η δημόσια χρήση του χώρου παύει. Ανασκαφικά διαπιστώνονται εργαστηριακές χρήσεις με διάνοιξη λάκκων για εξόρυξη πηλού στους περισσότερους χώρους, ενώ μετά τον 5ο αι. το ωδείο και η κρυπτή στοά μετατρέπονται σε δεξαμενές, παράλληλα με την κατασκευή και άλλων μικρότερων δεξαμενών διάσπαρτα στον χώρο. Η υποβαθμισμένη λειτουργία της περιοχής συνεχίζεται κατά τους βυζαντινούς και οθωμανικούς χρόνους μέχρι την εγκατάσταση των ισπανόφωνων Εβραίων στην περιοχή. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα καταστήματα στα νότια της κρυπτής στοάς των οποίων η λειτουργία συνεχίστηκε μέχρι τον 13ο – 14ο αι.

Θέση στο χάρτη

Σχετικές εικόνες

Σχετικές Πληροφορίες

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Video

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο για να είστε σε επαφή με τις δράσεις και τiς εκδηλώσεις μας.